Γράφει ο Τραϊκούδης Χρήστος. Οικονομολόγος, προϊστάμενος εμπορικού τμήματος Α’ υλών εταιρείας ανακύκλωσης, Msc in politics & economics in S.E and Eastern Europe, UoM
Οι πολίτες πληρώνουμε φόρους με την προσδοκία ότι αυτοί θα επιστρέφουν στην κοινωνία μέσα από καλύτερες δημόσιες υποδομές και ποιοτικότερες υπηρεσίες. Το εύλογο ερώτημα, όμως, είναι: πού κατευθύνονται όλοι αυτοί οι πόροι όταν εξακολουθούμε να οδηγούμε σε κατεστραμμένους δρόμους, να περπατάμε σε επικίνδυνα πεζοδρόμια και να βλέπουμε τους ελεύθερους χώρους και τα πάρκα είτε να εγκαταλείπονται είτε να περιορίζονται;
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ένα ασφαλές οδικό δίκτυο, σύγχρονα και προσβάσιμα πεζοδρόμια, δημόσια πάρκα και χώροι άθλησης ανοιχτοί σε όλους τους πολίτες, τακτική συντήρηση των νοσοκομείων και των δημόσιων κτιρίων. Αυτά δεν αποτελούν πολυτέλειες ούτε προεκλογικές εξαγγελίες. Είναι στοιχειώδεις υποχρεώσεις ενός κράτους απέναντι στους πολίτες του.
Την ίδια στιγμή, παρατηρείται μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά ανακοινώνονται κοινωνικές παροχές, από την άλλη όμως η έλλειψη επενδύσεων στις βασικές υποδομές κοστίζει ακριβά στους ίδιους τους πολίτες. Όσοι διαθέτουν ιδιωτικό ή επαγγελματικό όχημα επιβαρύνονται με αυξημένα έξοδα για βλάβες και φθορές που προκαλούνται από το κακό οδικό δίκτυο (σημειωτέων τα ανταλλακτικά είναι εισαγόμενα). Άλλοι, επειδή δεν μπορούν να ανταποκριθούν οικονομικά, αναγκάζονται να κυκλοφορούν με οχήματα που δεν συντηρούνται όσο θα έπρεπε, γεγονός που επηρεάζει και την οδική ασφάλεια-είναι ακόμη ένα σημείο που πρέπει να γίνει στόχευση.
Το ερώτημα είναι απλό: γιατί δεν υπάρχει ένα οργανωμένο, θεσμοθετημένο και διαφανές σχέδιο που να ενημερώνει τους πολίτες για το πότε, πού και με ποια προτεραιότητα θα υλοποιούνται αυτά τα έργα; Ένα πλαίσιο με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, λογοδοσία και μετρήσιμα αποτελέσματα, ώστε κάθε πολίτης να γνωρίζει ότι οι φόροι του μετατρέπονται σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητάς του.
Τα νοσοκομεία και οι δημόσιες υποδομές δεν θα έπρεπε να συντηρούνται μόνο όταν αυτό προσφέρεται για επικοινωνιακή προβολή. Η συντήρησή τους πρέπει να αποτελεί σταθερή και αυτονόητη λειτουργία του κράτους. Το ίδιο ισχύει για τους δρόμους, τα σχολεία, τα πεζοδρόμια, τα πάρκα και κάθε δημόσιο χώρο.
Η συζήτηση για αύξηση ή μη αύξηση της φορολογίας μπορεί να αποκτήσει νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από ένα αξιόπιστο πλαίσιο που αποδεικνύει ότι τα χρήματα των πολιτών αξιοποιούνται αποτελεσματικά. Όταν ο πολίτης με αστική συνείδηση βλέπει την πόλη του να γίνεται πιο ασφαλής, πιο λειτουργική και πιο ανθρώπινη, τότε μπορεί να εμπιστευτεί ότι η συνεισφορά του επιστρέφει στην κοινωνία.
Προς το παρόν, όμως, κυριαρχούν γενικόλογες εξαγγελίες, αόριστες έννοιες και υποσχέσεις χωρίς σαφή στόχευση και χωρίς μετρήσιμα αποτελέσματα. Και αυτή η πραγματικότητα δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να διαπιστωθεί. Τη βλέπουμε καθημερινά όταν περπατάμε σε σπασμένα πεζοδρόμια, όταν οδηγούμε σε δρόμους γεμάτους λακκούβες, όταν δυσκολευόμαστε να βρούμε έναν ασφαλή και ελεύθερο χώρο άθλησης ή όταν διαπιστώνουμε ότι, παρά τα σκάνδαλα και τις δεσμεύσεις περί διαφάνειας, εξακολουθούν να υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι νόμοι εφαρμόζονται επιλεκτικά ή ερμηνεύονται κατά το δοκούν.
Μια σύγχρονη πολιτεία δεν κρίνεται από το ύψος των φόρων που εισπράττει, αλλά από το πόσο αισθητή είναι η επιστροφή αυτών των χρημάτων στην ποιότητα ζωής των πολιτών της. Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο μιας αποτελεσματικής και δίκαιης διακυβέρνησης.
Δεν μπορεί, όμως, η συζήτηση να περιορίζεται αποκλειστικά στις ευθύνες της πολιτείας. Η ελληνική κοινωνία οφείλει να κάνει και τη δική της αυτοκριτική. Η αστική συνείδηση παραμένει ζητούμενο. Ο σεβασμός στον δημόσιο χώρο, η προστασία των κοινών αγαθών και η ενεργή συμμετοχή στα κοινά δεν έχουν αποκτήσει ακόμη τη θέση που τους αναλογεί.
Παράλληλα, η σχέση μέρους του εκλογικού σώματος με τα πολιτικά κόμματα σπάνια οικοδομείται πάνω σε σταθερές ιδεολογικές αρχές, προγράμματα και αξιολόγηση αποτελεσμάτων. Συχνά εξακολουθεί να επηρεάζεται από πρόσωπα, πελατειακές σχέσεις, προσωπικά συμφέροντα ή πρόσκαιρες εξυπηρετήσεις. Όσο αυτή η νοοτροπία αναπαράγεται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να οικοδομηθεί μια πολιτική κουλτούρα που να απαιτεί λογοδοσία, διαφάνεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Γι’ αυτό και ίσως η σημαντικότερη επένδυση που μπορεί να κάνει μια χώρα δεν είναι μόνο στις υποδομές, αλλά στην εκπαίδευση. Όχι μόνο στη μετάδοση γνώσεων, αλλά και στην καλλιέργεια ενεργών πολιτών με κριτική σκέψη, κοινωνική υπευθυνότητα και αστική συνείδηση. Μια παιδεία που θα διδάσκει τον σεβασμό στους θεσμούς, στον δημόσιο χώρο, στον συνάνθρωπο και στη σημασία της λογοδοσίας είναι η βάση πάνω στην οποία μπορούν να στηριχθούν όλες οι υπόλοιπες μεταρρυθμίσεις.
Γιατί μια κοινωνία δεν αλλάζει μόνο όταν αλλάζουν οι κυβερνήσεις. Αλλάζει όταν αλλάζει η νοοτροπία των πολιτών και όταν η πολιτική αξιολογείται με βάση τα αποτελέσματα και όχι τις εντυπώσεις, τα πρόσωπα ή τις εξυπηρετήσεις. Μόνο τότε οι φόροι θα πάψουν να θεωρούνται ένα αναγκαίο κακό και θα αντιμετωπίζονται ως μια επένδυση που επιστρέφει απτά στην καθημερινότητα όλων.























