Γράφει ο Παναγιώτης Γρηγοριάδης*

Στάδια γλωσσικής εξέλιξης παιδιού από τη γέννηση ως το πέμπτο ηλικιακό έτος
Η κατάκτηση της γλώσσας αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα και περίπλοκα ερωτήματα που έχουν απασχολήσει τη γλωσσολογία, την ψυχολογία και την παιδαγωγική. Πώς μαθαίνει ο άνθρωπος να μιλά, να εκφράζεται και να επικοινωνεί; Είναι η γλώσσα ένα έμφυτο χαρακτηριστικό ή μήπως μια επίκτητη δεξιότητα που καλλιεργείται (σχεδόν) αποκλειστικά μέσα από την εμπειρία και την κοινωνική αλληλεπίδραση; Στην προσπάθεια απάντησης αυτού του ερωτήματος έχουν διατυπωθεί διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις, καθεμία από τις οποίες αναδεικνύει διαφορετικές πλευρές του γλωσσικού φαινομένου.
Μία από τις πιο επιδραστικές θεωρίες προς αυτήν την κατεύθυνση διατυπώθηκε από τον Αμερικανό γλωσσολόγο και πολιτικό ακτιβιστή Noam Chomsky. Σύμφωνα με τη θεωρία του, γνωστή στη βιβλιογραφία ως Γενετική / Μετασχηματιστική Γραμματική, ο άνθρωπος γεννιέται με τη γλωσσική ικανότητα έμφυτη. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος διαθέτει έναν μηχανισμό που επιτρέπει στο παιδί να αναγνωρίζει και να οργανώνει τις βασικές δομές της γλώσσας από την πρώιμη παιδική ηλικία. Με άλλα λόγια, η ικανότητα για γλωσσική ανάπτυξη φαίνεται να είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό βιολογικά θεμελιωμένη και να συνδέεται με τις γνωστικές δεξιότητες του ανθρώπου. Αυτή η θεώρηση οδήγησε στην ανάπτυξη του λεγόμενου νατιβισμού, δηλαδή της άποψης ότι η γλώσσα αποτελεί κατά βάση μέρος της ανθρώπινης φύσης.
Η θεωρία αυτή όμως δεν έμεινε χωρίς κριτική. Πολλοί επιστήμονες υποστήριξαν ότι η γλώσσα δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσω βιολογικών μηχανισμών και μάλιστα αρκετοί εξ αυτών δεν παρέλειψαν να κατηγορήσουν τον Noam Chomsky για επιπόλαια και επιφανειακή προσέγγιση. Για παράδειγμα, ο Ελβετός ψυχολόγος Jean Piaget τόνισε το ρόλο της γνωστικής ανάπτυξης και της εμπειρίας. Σύμφωνα με τη δική του προσέγγιση, το παιδί κατακτά τη γλώσσα μέσα από την αλληλεπίδρασή του με το περιβάλλον και μέσα από τη σταδιακή οικοδόμηση της γνώσης. Ως εκ τούτου, η γλωσσική καλλιέργεια, κατά τον ίδιο και τους ομοϊδεάτες του, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα έμφυτων δομών που ενυπάρχουν στον άνθρωπο από γεννήσεώς του, αλλά μάλλον μια δυναμική διαδικασία βαθύτατα επηρεασμένη από τα εξωτερικά ερεθίσματα που αυτός δέχεται παιδιόθεν.
Ιδιαίτερη έμφαση στο περιβάλλον δίνει και η θεωρία του Αμερικανού ψυχολόγου Burrhus Frederic Skinner, γνωστή ως συμπεριφορισμός. Σύμφωνα με αυτήν, η γλώσσα μαθαίνεται μέσα από την εμπειρία, την επανάληψη και την επιβράβευση. Το παιδί μαθαίνει να χρησιμοποιεί τις γλωσσικές δομές μέσω των προσπαθειών που καταβάλλει και ενθαρρύνονται ή αποθαρρύνονται κατά περίπτωση από τις αντιδράσεις των ανθρώπων γύρω του. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία, οι γλωσσικές συμπεριφορές που επιβραβεύονται ως ορθές και αποδεκτές επαναλαμβάνονται και σταδιακά παγιώνονται.
Σημαντική υπήρξε και η συμβολή του Αμερικανού ψυχολόγου Jerome Bruner, ο οποίος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, πέρα από τη γνωστική ανάπτυξη, στο ρόλο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Σύμφωνα με τον Bruner, η γλωσσική μάθηση ξεκινά ήδη από τα πρώτα στάδια της ζωής μέσα από την επικοινωνία του παιδιού με τους γονείς και το άμεσο περιβάλλον του. Οι πρώτες αυτές εμπειρίες δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το παιδί μαθαίνει σταδιακά να οργανώνει τις σκέψεις του και να χρησιμοποιεί τη γλώσσα ως μέσο για να κατανοεί τον κόσμο, να τον περιγράφει, να εκφράζεται και να εξελίσσεται μέσα σε αυτόν.

Γλωσσική μάθηση μέσω αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον
Η μελέτη όλων αυτών των θεωριών δείχνει ότι η γλωσσική κατάκτηση δεν μπορεί να εξηγηθεί μονοδιάστατα. Η γλώσσα περιγράφεται ως αποτέλεσμα τόσο των έμφυτων δυνατοτήτων του ανθρώπινου νου όσο και των εμπειριών που του προσφέρει το κοινωνικό περιβάλλον. Η οικογένεια, το σχολείο και η καθημερινή επικοινωνία εντός και εκτός αυτών των πλαισίων παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των γλωσσικών δεξιοτήτων.
Συμπερασματικά, η πιο ρεαλιστική απάντηση στο αρχικό ερώτημα «γλώσσα: έμφυτο χαρακτηριστικό ή επίκτητη δεξιότητα;» βρίσκεται μάλλον στη σύνθεση των δύο. Ο άνθρωπος γεννιέται με τη δυνατότητα να μάθει τη γλώσσα, όμως ο βαθμός της γλωσσικής ανάπτυξης εξαρτάται από τα ερεθίσματα, την εκπαίδευση και την κοινωνική αλληλεπίδραση στην οποία εκτίθεται. Η γλώσσα δεν είναι μόνο βιολογικό χαρακτηριστικό ούτε απλώς μαθημένη συμπεριφορά, αλλά συνιστά ένα σύνθετο ανθρώπινο γνώρισμα το οποίο αναπτύσσεται μέσα από τη διαρκή συνάντηση, ενίοτε δε και σύγκρουση φύσης και εμπειρίας.
*Ο Παναγιώτης Γρηγοριάδης είναι καθηγητής Γερμανικών και υποψήφιος διδάκτωρ του Α.Π.Θ.























