Το φετινό καλοκαίρι, το Ίδρυμα Π. & Μ. Κυδωνιέως φιλοξενεί στο διώροφο κτήριό του, που βρίσκεται στην Χώρα της Άνδρου, τους 32ους ΠΛΟΕΣ. Πρόκειται για έναν πολύχρονο, επιτυχημένο κι ευρύτερα αναγνωρισμένο, ιδιωτικό εικαστικό θεσμό, που εφέτος έχει τίτλο: «Το Αίνιγμα της Εικόνας / Άνθρωπος εν εικόνι διαπορεύεται».

Πρόκειται για μια εικαστική έκθεση με έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής, φωτογραφίας, ψηφιδωτού κι «εγκαταστάσεων» 24 νεωτέρων και σύγχρονων καλλιτεχνών, που τους έχουν πολύπλευρα και διαχρονικά απασχολήσει πτυχές του προαναφερθέντος θέματος, εκφράζοντάς το ο καθένας με τον δικό του αλληλοσυμπληρωματικό τρόπο, όπως τουλάχιστον τα έργα τους εκθεσιακά παρουσιάζονται, διαμορφώνοντας μια ενδιαφέρουσα συμπαράθεση. Μια διαλεκτική συμπαράθεση, που στόχο έχει την ανάπτυξη ενός γόνιμου στοχασμού, με βάση την επιλογή, την διάρθρωση και την επιμέλεια της Ιστορικού Τέχνης & Πολιτισμού (ΕΚΠΑ) κ. Αθηνάς Σχινά και με εγκαίνια της εικαστικής αυτής εκδήλωσης, το Σάββατο 25 Ιουλίου 2026 και ώρα 8μμ.
Το σκεπτικό του θεσμού ΠΛΟΕΣ που πρωταρχικά (και όχι παρεπόμενα) η επιμελήτρια συγκροτεί, αφορά κάθε χρόνο κι ένα διαφορετικό, αλλά μείζον κοινωνικό και ιδεολογικό πρόβλημα, που απασχολεί έντονα την καθημερινότητά μας κι αυτό για εφέτος είναι τα κοινωνικά δίκτυα της προσωπικής μας ηλεκτρονικής επικοινωνίας, που έχουν καταστεί μάστιγα, ιδιαίτερα στις νεώτερες ηλικίες -και όχι μόνον- καθώς δημιουργούν εξάρτηση και εθισμό, πλαστοπροσωπία κι εγωκεντρισμό, απομονωτισμό κι αυτοαναφορικότητα, προκλητικότητα κι αδιαφορία, εξωραϊσμό και ναρκισσισμό, ιδιοτέλεια κι ανευθυνότητα, καταχρηστικότητα και ματαιοδοξία, επιθετικότητα και βία. Τα κοινωνικά αυτά δίκτυα βασίζονται κυρίως στην εικόνα που παράγουν και ιδιοτελώς καταναλώνουν καλλιεργώντας μια ψευδεπίγραφη, αλλά εντέλει επικίνδυνη εξουσιομανία.
Η σχέση παραγωγής και αυτο-ανάλωσης της εικόνας, θυμίζει τα Θυέστεια Δείπνα. Με αφορμή αυτή την διεργασιακή σχέση, στην προκειμένη έκθεση, επίκεντρο προβληματισμού τέθηκε το παμπάλαιο αλλά ανέκαθεν επίκαιρο ζήτημα του «Αινίγματος της Εικόνας», ιδιαίτερα μέσα από τον 73ο στίχο του Δαυίδ, που προσδιορίζει σαφέστερα την διαχρονική σχέση του ανθρώπου με την εικόνα, καθώς ρητά αναφέρει πως ο «άνθρωπος εν εικόνι διαπορεύεται», δηλαδή ο ποιητής και Προφητάνακτας εκείνος μας διαμηνύει, πως «ο άνθρωπος διανύει την ζωή του μέσα από εικόνες». Διαμορφώνει εικόνες; Αναλώνει εικόνες; Γίνεται ή συμπεριφέρεται ως εφήμερη οντότητα, όπως εκλαμβάνει τις εικόνες που δημιουργεί κι αποθηκεύει; Αντιστέκεται άραγε στην εικονοθηρία; Πόση ανάγκη έχει την εικόνα και τί αυτή για εκείνον εκφράζει; Τί του μεταφέρει και πώς εξωλεκτικά επικοινωνεί μαζί της; Μήπως γίνεται κι εκείνος εντέλει μια εικόνα ή μια κατασκευασμένη αντανάκλαση του εαυτού του; Τί ανακαλεί στις μνήμες του; Τί άραγε επιλέγει να αφήσει πίσω του;
Τα έργα τέχνης δεν λύνουν αινίγματα. Ο ανθρώπινος στοχασμός μέσω των αισθήσεων, της φαντασίας και της εκφραστικής επινοητικότητας, προσπαθεί να τα λύσει, θέτοντας τουλάχιστον ερωτήματα στη θέση των λύσεων. Με άλλα λόγια, το κάθε εικονιστικό αίνιγμα αίρει κάθε βεβαιότητα. Ανοίγει δρόμους για απορίες, με τους τρόπους που διαμορφώνεται κι εξελίσσεται -ανά εποχές και εικαστικά ιδιώματα- η ίδια η καλλιτεχνική δημιουργία, ως υπαρξιακή ανάγκη.
Γνωρίζουμε άλλωστε πως η γλώσσα της τέχνης, μέσα από την εκφραστική της επικοινωνιακή παράμετρο, αρθρώνει τον εικονιστικό της λόγο – με λιγότερη ή περισσότερη παραστατικότητα, είτε αφαιρετικότητα- χρησιμοποιώντας στη μορφοδομή της, συμβολισμούς, αλληγορίες, μεταφορές κι αναγωγικότητες. Επομένως πρόκειται για μια σύνθετη και πολυεπίπεδη πραγματικότητα, όπως αυτή στην οποία ζούμε κι όπως εκείνη, αντίστοιχα, που μεταφέρουμε εντός μας.
Ο θεσμός ΠΛΟΕΣ στην διαδρομή των ετών που έχει διανύσει, έχει ήδη παρουσιάσει σε μια σειρά εκθέσεων, (ως προς την διαμόρφωση της ποικιλίας των «ρεαλισμών») την συμβολή κι αλληλεπενέργεια συνείδησης και υποσυνειδήτου, του συλλογικού ασυνειδήτου και της επισυνείδησης. Έχει επισημανθεί επίσης εκφραστικά, ο ρόλος των συσχετισμών και των συνειρμών στις πάντοτε ρευστές, παρεμβατικές και μεταμορφωτικές καταστάσεις που ζούμε και μάλιστα έχουμε παρουσιάσει, πώς αυτές εξωτερικεύονται. Πώς ιχνηλατούμε αυτούς τους δρόμους, πώς τους αντιλαμβανόμαστε και τους διαισθανόμαστε, μέσα από διαλεκτικά σχήματατα οποία αποκαλύπτει, -ανάλογα με τις «αναγνώσεις» που επιχειρούμε- το έργο της τέχνης, με στόχο πάντα την διεύρυνση των οριζόντων της αυτοσυνειδησίας μας.

Εκτός όλων αυτών, στην φετινή έκθεση θα επισημανθούν, θα «φωτιστούν» και θα τονιστούν κι άλλες παράμετροι της εικόνας, όπως είναι το εφήμερο στοιχείο της, οι εναλλακτικότητες μέσω των οποίων παρουσιάζεται η παρομοίωση αλλά και η «διάκριση» της εικόνας, τα παλίμψηστα επίπεδά της, η αντανακλαστικότητα και αναγωγιμότητά της, οι μεταλλαγές και οι μεταβάσεις της, η ανθεκτικότητά της και οι επαναφορές της μέσω της μνήμης, οι γόνιμές της αλλοιώσεις και οι μεταμορφώσεις της, οι ψευδαισθητικές λειτουργίες της και οι επαναπροσδιορισμοί της παρουσίας της μέσω των τελετουργικών μηχανισμών της κατασκευαστικής χειροπραξίας (που την αποτυπώνουν στην μορφοδομή της εικόνας), οι δημιουργοί της.
Μια εικόνα δεν εκφράζει μόνον τις δονήσεις που προκαλούν οι εντάσεις και οι υφέσεις της, οι πυκνώσεις και οι αραιώσεις των σχηματισμών της, αλλά και των μεταισθήσεων που προκαλούν οι τονικότητες των χρωμάτων της. Εκφράζει επίσης τον βουβό πόνο και την περιγελαστικότητα της ζωής, τα αποσιωπητικά και τα θαυμαστικά της, τις συναιρέσεις και τις κρυφές οδύνες της, τις ακυρώσεις των χειρονομιών που αφανίζει ο χρόνος και τα χαμένα της αλλοτινά φωνήεντα, τις μάταιες ακόμη επικλήσεις της κάθε φόρμας της, μέσα από τα λησμονημένα της νοήματα.
Στην εισαγωγή του κειμένου που αφορά τον συνοδευτικό Κατάλογο της έκθεσης, υπάρχει -όπως κάθε χρόνο κι όπου αυτό είναι εφικτό- μια αναδρομή στην αρχαιότητα, μέσα από τις ομοιότητες και τις διαφορές του βλέμματος του Νάρκισσου, σχετικά με το βλέμμα της Μέδουσας. Κατόπιν γίνεται αναφορά, στο εφήμερο της εικόνας και στον «γνόφο», δηλαδή στη συνύπαρξη της «αντιθετικότητας» μέσα από το φωταυγές της σκοτάδι, όπου εκεί άλλωστε έγκειται και η αινιγματική της παραδοξότητα. Εφόσον μάλιστα δεν υπάρχει παρθενογένεση και υπάρχει αλληλοδιαδοχή, για την ανάδειξη και τον διαχρονικό εμπλουτισμό των βασικών αυτών εννοιών, κρίθηκε σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αναδρομή. Αυτή ξεκινά με τον Σιμωνίδη τον Κείο και μέσω της τραγωδίας «Χοηφόροι» του Αισχύλου, παρακολουθεί κανείς τις συγκεκριμένες έννοιες, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκαν και διαμορφώθηκαν από ορισμένους συγγραφείς του Βυζαντίου, αλλά και από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους φιλοσόφους του 20ου αιώνα, οι περισσότεροι από τους οποίους ανάγονται φυσικά στους Προσωκρατικούς.
Η έκθεση επενδύεται με μουσική υπόκρουση, προκειμένου ο θεατής να ζήσει την ατμόσφαιρα των έργων, για να μπορέσει να «διαβάσει» τις ιδιαιτερότητες και τα παραλειπόμενά τους. Άλλωστε, ως προς την βαθύτερη «ανάγνωση» και ενατένιση των παρουσιαζόμενων έργων, υποβοηθητικά είναι και τα επιτοίχια σύντομα κείμενα της επιμελήτριας. Τα κείμενα αυτά δεν είναι κατ’ ουδέναν τρόπο επεξηγηματικά, προτρέποντας τον θεατή, όπως κάθε φορά στους ΠΛΟΕΣ, να προσδώσει στα εκτιθέμενα έργα, εκτός από την αναγνώριση της αναμφισβήτητης αισθητικής τους αξίας, κι ένα περισσότερο πνευματικό περιεχόμενο. Με βάση το εκάστοτε πνευματικό περιεχόμενο, όπως είναι ευρύτερα γνωστή αυτή η διαπίστωση, τα έργα της τέχνης αποκτούν την «οργανική» βιωσιμότητά τους στον χρόνο.
Οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες αλφαβητικά, είναι οι εξής: Αχιλλέας Αϊβάζογλου, Απόστολος Βέττας, Μίλτος Γκολέμας, Βασίλης Γκούμας, Τζουλιάνο Καγκλής, Νίκος Κανόγλου, Νικόλας Κληρονόμος, Κατερίνα Κοντογιώργη, Μαρία Κτιστοπούλου, Σταυρούλα Μητσάκου, Κλειώ Παπαϊωάννου, Αιμιλία Παπαφιλίππου, Λίλα Παπούλα, Αργύρης Ραλλιάς, Κωνσταντίνος Ράμμος, Αλίκη Ρήγου, Νίκος Σαμαράς, Δήμητρα Σιατερλή, Γιώργος Σταματάκης, Μαρία Σχινά, Μάριος Φούρναρης, Νάσος Χαλκίδης, Γιώργος Χαρβαλιάς, Γιάννης Χρηστάκος.
Διάρκεια έκθεσης : Σάββατο 25 Ιουλίου μέχρι και Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026
Ώρες λειτουργίας : 10.30 – 14.30 & 18.30 – 21.30 καθημερινά, εκτός Τρίτης.
Για περισσότερες πληροφορίες : Δέσποινα Σαββοπούλου 6932243516

Σταυρούλα Μητσακου: Κείμενο σχετικό με τις εγκαταστάσεις μου στην Ανδρο στους ΠΛΟΕΣ
Το Σώμα της Μνήμης Μια κατασκευή (2μ. x 0,65εκ.) από όστρακα πηλού, σπασμένα θραύσματα του χρόνου, που η καλλιτεχνική πράξη αρνείται να αφήσει να χαθούν: υφαίνονται με σύρμα, σε μια επίπονη χειρονομία που συγκρατεί τη μνήμη και ισορροπεί την ανατροπή.
Η μετάβαση γίνεται με τρεις κινήσεις του σύρματος:
1. Το ράμμα. Το σύρμα για μένα δεν είναι διακοσμητικό, είναι χειρουργικό. Δεν κρύβει το σπάσιμο, το υπογραμμίζει. Το ράβω φανερά, όπως ράβεις μια πληγή. Αυτή η πράξη του δίνει όριο, του δίνει πρόσωπο.
2. Το τέντωμα. Μόλις το σύρμα αγκαλιάσει το θραύσμα και τεντωθεί στον κάναβο της εγκατάστασης, παύει να είναι δεσμός και γίνεται χορδή. Νεύρο. Κάθε θραύσμα είναι πλέον τεντωμένο μέσα σε ένα πλέγμα, έτοιμο να δονηθεί.
3. Η παράταξη. Όταν υφαίνεις επιτοίχια, δημιουργείς αναπόφευκτα πεντάγραμμο. Μια οριζόντια, επαναλαμβανόμενη διάταξη. Εκεί το μεμονωμένο θραύσμα παύει να είναι μοναχικό και γίνεται μέρος μιας κλίμακας. Ένα πλήκτρο. Όχι γιατί μοιάζει με πλήκτρο πιάνου οπτικά, αλλά γιατί ζητάει επαφή. Για να λειτουργήσει πρέπει κάποιος να σταθεί μπροστά του και να το «πατήσει» με το βλέμμα.
Το μουσικό στοιχείο λοιπόν δεν είναι ο ήχος, είναι η παύση ανάμεσα στα θραύσματα. Το κενό που αφήνει το σύρμα. Στη μουσική αυτό που μετράει δεν είναι μόνο η νότα, είναι η σιωπή που την περιβάλλει.
Εκεί με οδήγησε ο ίδιος ο αργαλειός. Η ύφανση είναι εγγενώς μουσική. Έχει ρυθμό, έχει μέτρημα, έχει το χτύπημα του χτενιού, έχει το στακάτο και το λεγκάτο. Και με οδήγησε η σιωπή των σπιτιών που αδειάζουν. Στο χωριό μου, μάζευα αντικείμενα που κανείς δεν άκουγε πια. Κατάλαβα ότι δεν ήθελα να τα εκθέσω σαν λείψανα. Ήθελα να τους ξαναδώσω τρόπο να ηχήσουν.
Τα σπαράγματα ήταν πάντα πλήκτρα. Απλώς έλειπε το σύστημα που θα τα έκανε να περιμένουν το άγγιγμα. Εγώ υφαίνω αυτό το σύστημα με γραφή φθειρομενη. Και την ονομάζω φθειρόμενη γιατί δεν με ενδιαφέρει να διαβαστεί. Με ενδιαφέρει να φθαρεί.
Οι γραφές που αντιγράφω είναι από χειρόγραφα του βάθους των αιώνων, μεγαλογράμματες και μικρογράμματες. Όταν τις μεταφέρω στον πηλό, τις γράφω με οξείδιο και μετά τις καίω. Η φωτιά τις τρώει. Το νερό τις ξεπλένει. Τις τρίβω επίτηδες, τις αφήνω μισοσβησμένες. Γιατί αυτό συμβαίνει σε κάθε κείμενο που κουβαλάμε μέσα μας για πολύ καιρό.
Όταν μια συλλαβή χάσει το αρχικό της νόημα, δεν πεθαίνει. Αλλάζει λειτουργία. Παύει να είναι πληροφορία και γίνεται ίχνος. Γίνεται δέρμα. Γίνεται προσευχή που ειπώθηκε τόσες φορές που έλιωσαν οι λέξεις και έμεινε μόνο η κίνηση των χειλιών, δεν τα διαβάζεις πια, αλλά ξέρεις ότι κάποιος υπήρξε εκεί.
Αυτή είναι η αναζήτηση μου. Το σημείο ακριβώς μετά το νόημα. Εκεί που το γράμμα δεν διδάσκει, αλλά μαρτυρεί. Εκεί που δεν μπορείς να το διαβάσεις, αλλά μπορείς να το αγγίξεις.
Το χαρτί στα άλλα δύο επιτοίχια, προέκυψε μέσα από την τριβή με το ίδιο το υλικό.
Στην αρχή το χαρτί ήταν για μένα ο κατεξοχήν καθρέπτης του φευγαλέου. Είναι απορροφητικό, σχεδόν σαν δέρμα. Κρατάει την υγρασία, το τρέμουλο του χεριού, μια ανάσα, μια στάμπα από σκουριά, μια γραφή που σβήστηκε. Όταν δουλεύω με χειροποίητο χαρτί – πολτός από βαμβάκι και λινό, νερό, στέγνωμα στον αέρα – βλέπω πόσο εύκολα λεκιάζει, σκίζεται, κιτρινίζει. Δεν συγχωρεί. Καταγράφει τα πάντα. Γι’ αυτό το λέω καθρέφτη. Στα έργα μου, κάθε ένα από αυτά τα μικρά φύλλα είναι ένα παλίμψηστο μνήμης, με κείμενα που σχεδόν χάνονται μέσα στο μαύρο, στο κόκκινο της ώχρας.
Η φέρουσα δομοκατασκευή ήρθε αργότερα, όταν σταμάτησα να βλέπω το χαρτί ως επιφάνεια και άρχισα να το βλέπω ως ύλη. Όταν το φτιάχνεις μόνη σου, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι χαρτί γραφής, είναι δομικό υλικό. Μπορεί να γίνει τούβλο, πλίνθος, τοίχος. Ράβεται, κολλιέται, επικαλύπτεται, χτίζεται. Αυτή η κάθετη σύνθεση που βλέπεις στη φωτογραφία δεν κρεμάστηκε, χτίστηκε. Φύλλο πάνω σε φύλλο, σαν ξερολιθιά. Και ξαφνικά αυτό το τόσο εύθραυστο υλικό σηκώνει βάρος, σηκώνει το ίδιο του το παρελθόν.
Άρα η αντίφαση είναι μόνο φαινομενική. Η φευγαλέα καταγραφή είναι το περιεχόμενο και η δομή είναι η πράξη αντίστασης σε αυτό που φεύγει. Χτίζω με αυτό που φθείρεται, για να κρατηθεί λίγο περισσότερο η μνήμη με ‘Ιχνη’.
Μια γραμμή που έτρεμε, ένα κάψιμο που ξέφυγε, μια γραφή που διακόπηκε στη μέση γιατί κόπηκε η ανάσα. Δουλεύω με μελάνι, με βελόνα που χαράζει το χαρτί, με στάχτη και σκουριά. Δεν ζωγραφίζω τη μορφή, καταγράφω το πέρασμά της.
Στον πηλό έβαλα την επίσημη μνήμη, τα αιώνια κείμενα. Στο χαρτί βάζω αυτό που μένει από εμάς σήμερα. Ένα σημείωμα βιαστικό, μια συλλαβή μετέωρη, ένα όνομα που το έσβησε ο ιδρώτας του χεριού. Αν το έκανα μνημείο θα το πρόδιδα. Ως κατάθεση το αφήνω ευάλωτο, όπως είναι και ο άνθρωπος που το άφησε. Μπορεί να αμφισβητηθεί, μπορεί να ξεθωριάσει, αλλά υπήρξε.
Αυτό σημαίνει για μένα η μαρτυρία. Το σχέδιο δεν λέει «κοιτάξτε». Λέει «ήμουν».
Στ. Μητσακου 2026

Η Σταυρούλα Μητσάκου διαμορφώνει μέσα από τα έργα της, το «σώμα της μνήμης». Ένα αλληγορικό «σώμα», που αποτελείται από πήλινα θραύσματα, που λειτουργούν σαν τα σπασμένα κομμάτια του χρόνου και παράλληλα τα αποσυνδεδεμένα μέρη του λόγου, ο οποίος αποτυπώνεται στις επιφάνειές της, ως φθίνουσα και φθειρόμενη από τις συνθήκες «γραφή». Μέσα από τις παλιές χειρονομίες της αυτή η γραφή, εμφανίζεται ως μια κατάθεση μισοσβησμένων συλλαβών πλέον, που έχουν χάσει το νόημα των λέξεων και των προτάσεων όπου κάποτε εκείνες ανήκαν. Ταξιδεύοντας, ριγμένες σαν τα μπουκάλια στο πέλαγος των αγνώστων «προορισμών» τους, οι γραφές αυτές εμφανίζονται ως ψελλίσματα κι άλλοτε πάλι ως ψίθυροι, προερχόμενοι από το συλλογικό ασυνείδητο. Στις συγκεκριμένες επιτοίχιες «εγκαταστάσεις» της, η Στ. Μητσάκου, υφαίνοντας με σύρμα τα υποτιθέμενα αυτά σπαράγματα του παρελθόντος, τα μεταστοιχειώνει σε μουσικά θαρρεί κανείς πλήκτρα, προσπαθώντας συνειρμικά να τους «διακεντίσει» μια νέα νοηματοδοσία. Μια νοηματοδοσία, που να υπενθυμίζει πως η φθορά μπορεί να είναι κοινή μοίρα όλων των ζωντανών οργανισμών, αλλά ταυτοχρόνως λειτουργεί και ως προϋπόθεση της ύπαρξης, για πνευματική αντίσταση απέναντι στον αφανισμό.
Στα έργα της Στ. Μητσάκου με χαρτί, το ίδιο το υλικό ως καθρέπτης του φευγαλέου, αλλά και ως φέρουσα δομοκατασκευή, μεταφέρει και εικαστικά «μεταφράζει» στα επιφανειακά της αποτυπώματα, διάφορες σχεδιογραφές, προερχόμενες από σύγχρονες ανθρώπινες «καταθέσεις». Μέσα από την ελλειπτικότητα και την αφαιρετικότητά τους, υποδηλώνουν προσδοκίες και φόβους, αλλά και αντιστάσεις απέναντι στην πλάνη των λάμψεων, όπως και του εφήμερου που, τόσο εθιστικά, συστηματικά και καταναλωτικά, όσο και σκοπίμως πλέον αξιακά, την καλλιεργούν σήμερα τα κοινωνικά μας ηλεκτρονικά δίκτυα.
Αθηνά Σχινά, Ιστορικός Τέχνης & Θεωρίας του Πολιτισμού (ΕΚΠΑ), Επιμελήτρια της έκθεσης

Σύντομο bio: Πτυχιούχος Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, με καθηγητές τους Χρ. Μπότσογλου, Π. Χαραλάμπους, Β. Καζάκο και Μ. Σαντοριναίο. Το έργο της αναπτύσσεται στο μεταίχμιο της ζωγραφικής, χαρακτικής, γλυπτικής και των χωρικών εγκαταστάσεων, εξερευνώντας τις υβριδικές σχέσεις και τα όρια των εικαστικών μέσων. Με μια διαδικασία που συνδυάζει τον γραπτό λόγο με τη δομική ύλη – όπως το εύθραυστο χαρτί, τον πηλό και το σκληρό σύρμα- συνθέτει «ανάγλυφα» περιβάλλοντα που πραγματεύονται την αποδόμηση και την επανασύνδεση της πληροφορίας.
Έχει παρουσιάσει έργα της σε χώρους Τέχνης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σημαντικότερες παρουσιάσεις του έργου της:
2004 “ΛΙΜΑΝΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ” Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης
2009 2η ΜΠΙΕΝΑΛΕ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
2013 4η ΜΠΙΕΝΑΛΕ ΑΘΗΝΑΣ
2015 Μουσείο-Νεότερου-Ελληνικού-Πολιτισμού “Ψηφιακός Πολιτισμός”
- “Between myth+reality” Episode 1st, Μουσείο Τσιτσάνη
- “ο Χéνος / A Senior Citizen” Μουσείο-Νεότερου-Ελληνικού- Πολιτισμού
2022 Διεθνής Μπιενάλε Πορτραίτου, Τούζλα, Βοσνία-Ερζεγοβίνη
- European Centre for Architecture, “ΛΕΠΤΟΓΕΩΣ”
- «Αιώνια Μήτρα”, ΔΙΠΟΛΑ -Βασιλική Αγ. Μάρκου
2023 Έκθεση Γλυπτικής ΕΕΤΕ Βυζαντινό Μουσείο
- “Απορία” PLATFORMS PROJECT, Τεχνόπολις
- New World – Arte Borgo Galery, Rome
- Έκθεση Γλυπτικής, Βυζαντινό Μουσείο
- Platforms Project, Καπνεργοστάσιο, Αθήνα
- “Symbiosis” διεθνής εικαστική έκθεση, AAmA
- Έκθεση Χαρακτικής EX LIBRIS
2026 “ΤΑΞΙΜΙΑ” αίθουσα “Μέλινα”, Θησειο

































