Γράφει ο Τραϊκούδης Χρήστος. Οικονομολόγος, προϊστάμενος εμπορικού τμήματος Α’ υλών εταιρείας ανακύκλωσης, Msc in politics & economics in S.E and Eastern Europe, UoM
Οι πρόσφατες οικονομικές εξαγγελίες και τα μέτρα που ανακοινώνονται κάθε χρόνο με αφορμή τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης μπορούν ασφαλώς να αξιολογηθούν θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με την κοινωνική ομάδα και την οικονομική οπτική από την οποία προσεγγίζονται. Ωστόσο, ίσως η ουσιαστικότερη συζήτηση δεν βρίσκεται μόνο στο τι ανακοινώθηκε, αλλά κυρίως στο τι εξακολουθεί να απουσιάζει από έναν συνολικό σχεδιασμό για την επόμενη ημέρα της χώρας και αυτά δεν είναι όλα εύκολες υποθέσεις.
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε ένα περιβάλλον αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών. Η ανάγκη διατήρησης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, η διαχείριση ενός ακόμη μεγάλου δημόσιου χρέους και η επιστροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυστηρότερους κανόνες δημοσιονομικής εποπτείας περιορίζουν αντικειμενικά τις δυνατότητες άσκησης πολιτικής. Η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί αναμφίβολα προϋπόθεση οικονομικής αξιοπιστίας. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί από μόνη της εθνική στρατηγική.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι από πού θα προέλθουν τα έσοδα που θα επιτρέψουν στο κράτος να διατηρεί αυτή τη σταθερότητα.
Σε μια χώρα όπου η παραοικονομία εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, η αύξηση των δημοσίων εσόδων δεν μπορεί να στηρίζεται διαρκώς στους ίδιους φορολογούμενους και στις ίδιες επιχειρήσεις που ήδη λειτουργούν μέσα στο θεσμικό πλαίσιο. Η πραγματική δημοσιονομική δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στη δημιουργία νέων φορολογικών υποχρεώσεων. Προϋποθέτει τη σταδιακή διεύρυνση της πραγματικής φορολογικής βάσης.
Εδώ ακριβώς η ψηφιοποίηση μπορεί να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία των επόμενων ετών.
Η περαιτέρω διασύνδεση φορολογικών δεδομένων, ηλεκτρονικών τιμολογίων, συστημάτων μεταφοράς, περιβαλλοντικών αδειών, μητρώων παραγωγής και διαχείρισης αποβλήτων μπορεί να δημιουργήσει ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο ελέγχου. Όχι απαραίτητα μέσα από περισσότερη γραφειοκρατία, αλλά μέσα από καλύτερη χρήση των δεδομένων που ήδη παράγονται.
Το ζητούμενο όμως δεν είναι απλώς να δημιουργηθεί ένα ακόμη ψηφιακό σύστημα.
Η αποτελεσματική ψηφιοποίηση πρέπει να σχεδιαστεί μέσα από έναν ουσιαστικό διάλογο μεταξύ κράτους, επιστημονικών φορέων και των κυρίων δρώντων κάθε κλάδου. Εκείνων δηλαδή που γνωρίζουν την πραγματική λειτουργία της αγοράς και μπορούν να επισημάνουν τόσο τις αδυναμίες όσο και τις πιθανές συνέπειες ενός νέου κανονιστικού πλαισίου.
Ένας τέτοιος διάλογος, δυστυχώς, δεν αποτελεί πάντοτε ελληνική συνήθεια.
Συχνά οι επιχειρήσεις και οι παραγωγικοί φορείς καλούνται να προσαρμοστούν σε αποφάσεις που έχουν σχεδιαστεί χωρίς επαρκή γνώση της καθημερινής λειτουργίας των αγορών. Το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές να δημιουργούνται κανόνες που επιβαρύνουν υπερβολικά τις νόμιμες επιχειρήσεις, ενώ εκείνοι που ήδη λειτουργούν εκτός πλαισίου συνεχίζουν να βρίσκουν τρόπους να παραμένουν εκτός ελέγχου.
Η τεχνολογία μπορεί να αλλάξει αυτή την κατάσταση, εφόσον χρησιμοποιηθεί σωστά. Η φορολογική και η περιβαλλοντική συμμόρφωση πρέπει σταδιακά να αποτελέσουν δύο πλευρές της ίδιας εικόνας.
Παράλληλα, όμως, η συζήτηση για τα δημόσια έσοδα πρέπει να συνδεθεί περισσότερο με την ποιότητα της καθημερινής ζωής.
Δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί γιατί, σε μια περίοδο αυξημένων δημοσίων εσόδων, δεν ανοίγει πιο συστηματικά η συζήτηση για έναν διαφορετικό τρόπο κατεύθυνσης μέρους αυτών των πόρων προς τους Δήμους και τις Περιφέρειες. Η συντήρηση των δρόμων, των πεζοδρομίων, του αστικού εξοπλισμού και των κοινόχρηστων χώρων δεν αποτελεί μια δευτερεύουσα πολιτική.
Αποτελεί βασική υποδομή της οικονομίας και της κοινωνίας.
Ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου σημαντικοί δημόσιοι χώροι, ακόμη και εκτάσεις που έχουν απαλλοτριωθεί για κοινωφελείς σκοπούς, παραμένουν αναξιοποίητοι, χρειάζεται να υπάρξει μια πιο συγκεκριμένη πολιτική. Πάρκα, χώροι ανακύκλωσης, χώροι πρασίνου, υποδομές για τους ηλικιωμένους και οργανωμένοι δημόσιοι χώροι δεν είναι «πολυτέλειες». Είναι στοιχεία μιας σύγχρονης οικονομίας που επενδύει στην ποιότητα ζωής των πολιτών της.
Το ίδιο ισχύει και για την στεγαστική πολιτική.
Προγράμματα όπως το «Σπίτι μου» μπορούν να έχουν θετικό κοινωνικό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η πρόσβαση στη στέγη γίνεται όλο και δυσκολότερη για τις νεότερες γενιές. Η στεγαστική πολιτική όμως θα μπορούσε να συνδεθεί περισσότερο με δύο κρίσιμους άξονες: τη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος των κτηρίων και τη συνολική νομιμότητα του κτηριακού αποθέματος.
Η ενεργειακή και περιβαλλοντική απόδοση ενός κτηρίου δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτό ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της πολεοδομικής και οικοδομικής νομοθεσίας. Η διαδικασία τακτοποίησης αυθαιρέτων, στο πλαίσιο του Ν. 4495/2017, δημιούργησε ένα σημαντικό πεδίο καταγραφής και ρύθμισης του κτηριακού αποθέματος. Το ερώτημα όμως παραμένει: πόσο αποτελεσματικά ελέγχεται στην πράξη η συμμόρφωση και πόσο συστηματικά συνδέεται αυτή με τις πολιτικές ενεργειακής αναβάθμισης;
Μια σύγχρονη στεγαστική πολιτική θα έπρεπε να εξετάζει το κτήριο ως ένα ενιαίο σύστημα: νομιμότητα, ενεργειακή απόδοση, ανθρακικό αποτύπωμα, ποιότητα κατασκευής και κόστος λειτουργίας.
Εξίσου σημαντική είναι η σχεδόν διαχρονική απουσία μιας μεγάλης συζήτησης για τις κρίσιμες πρώτες ύλες και τον ρόλο της Ελλάδας στη νέα ευρωπαϊκή βιομηχανική στρατηγική.
Η Ευρώπη προσπαθεί να μειώσει την εξάρτησή της από τρίτες χώρες για κρίσιμα υλικά και ταυτόχρονα να μειώσει το ανθρακικό αποτύπωμα της παραγωγής της. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανακύκλωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια περιβαλλοντική δραστηριότητα ή ως ένας κλάδος διαχείρισης αποβλήτων.
Αποτελεί τμήμα της βιομηχανικής πολιτικής.
Τα υλικά που σήμερα χαρακτηρίζονται ως απόβλητα αποτελούν, μετά από την κατάλληλη επεξεργασία, πρώτες ύλες για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Η ενίσχυση επενδύσεων σε σύγχρονες διαδικασίες διαλογής, ανάκτησης, καθαρισμού και επεξεργασίας υλικών θα μπορούσε να μειώσει τόσο το περιβαλλοντικό αποτύπωμα όσο και την εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες.
Η Ελλάδα διαθέτει επιχειρήσεις με τεχνογνωσία, ανθρώπους και γεωγραφική θέση που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ισχυρότερη παρουσία σε αυτόν τον τομέα. Χρειάζονται όμως στοχευμένα μέτρα, σταθερό θεσμικό πλαίσιο και ουσιαστική σύνδεση της ανακύκλωσης με τη βιομηχανία και την έρευνα.
Αντίστοιχα, δύσκολα μπορεί να υπάρξει σοβαρή παραγωγική ανασυγκρότηση χωρίς σημαντική αναβάθμιση των υποδομών στις Βιομηχανικές Περιοχές και στα Βιομηχανικά Πάρκα της χώρας.
Δεν είναι δυνατόν να συζητάμε για επενδύσεις, παραγωγή και ανταγωνιστικότητα όταν πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα βασικών υποδομών, οδικής πρόσβασης, ενέργειας, δικτύων και οργανωμένης χωροθέτησης.
Η παραγωγική πολιτική δεν ξεκινά από τις μεγάλες εξαγγελίες. Ξεκινά από την καθημερινή λειτουργία μιας επιχείρησης.
Θετικό μπορεί επίσης να θεωρηθεί κάθε μέτρο που ενισχύει την αποταμίευση. Αξίζει όμως να ανοίξει κάποτε και η δυσκολότερη συζήτηση: από πού προέρχονται τα πραγματικά περισσεύματα εισοδήματος που μπορούν να αποταμιευθούν;
Η αποταμίευση αποτελεί αποτέλεσμα εισοδήματος, παραγωγικότητας, κόστους ζωής και κατανομής του πλούτου. Δεν δημιουργείται μόνο επειδή προσφέρεται ένα χρηματοοικονομικό κίνητρο. Πρόκειται για μια συζήτηση που στην Ελλάδα δεν ανοίγει εύκολα, ίσως επειδή οδηγεί αναπόφευκτα σε βαθύτερα ερωτήματα για το παραγωγικό μοντέλο, τις αμοιβές και την πραγματική δυνατότητα των πολιτών να δημιουργήσουν πλεόνασμα.
Το ίδιο ισχύει και για τα επιδόματα.
Η κοινωνική στήριξη είναι απαραίτητη σε πολλές περιπτώσεις και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με απλοϊκούς όρους. Θα μπορούσε όμως ένα μέρος αυτής της δημόσιας δαπάνης να δημιουργεί ταυτόχρονα μεγαλύτερη οικονομική αξία στο εσωτερικό της χώρας.
Εάν μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης που χρηματοδοτείται έμμεσα από το κράτος κατευθυνόταν, όπου αυτό είναι εφικτό και συμβατό με τους κανόνες της ενιαίας αγοράς, προς προϊόντα και υπηρεσίες με μεγαλύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία, τότε ένα μέρος των χρημάτων θα επέστρεφε περισσότερο στην ελληνική παραγωγική βάση.
Ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη συζήτηση που παραμένει ανοιχτή.
Υπάρχει πραγματικά ένα μακροπρόθεσμο όραμα ώστε η Ελλάδα να μελετήσει και να προσαρμόσει επιτυχημένες πολιτικές άλλων κρατών; Να ενισχύσει την παραγωγή, τη βιομηχανία, την τεχνολογία, την έρευνα και τις εξαγωγές; Να δημιουργήσει σταδιακά ένα ισχυρότερο εθνικό προϊόν;
Ή θα συνεχίσουμε να στηριζόμαστε κυρίως σε υπηρεσίες, στον τουρισμό, στην οικοδομή και στην εστίαση, θεωρώντας ότι αυτά αρκούν για να δημιουργήσουν μακροπρόθεσμη οικονομική ανθεκτικότητα;
Οι υπηρεσίες και ο τουρισμός είναι σημαντικά τμήματα της ελληνικής οικονομίας. Δεν μπορούν όμως μόνοι τους να αποτελέσουν ολόκληρο το παραγωγικό όραμα μιας χώρας.
Η δημιουργία μιας ισχυρότερης παραγωγικής βάσης απαιτεί παιδεία, θεσμούς, συνέχεια πολιτικής και κυρίως τη διάθεση να ανοίξουν συζητήσεις που δεν είναι πάντοτε εύκολες.
Απαιτεί επίσης την προσέλκυση επενδύσεων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, ιδίως σε τομείς που συνδέονται με την πράσινη και βιομηχανική μετάβαση. Τέτοιες επενδύσεις θα μπορούσαν να δημιουργήσουν, μεσοπρόθεσμα, τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ελληνικών υποστηρικτικών επιχειρηματικών clusters, εξειδικευμένων προμηθευτών και ερευνητικών κέντρων.
Ίσως κάποια μέρα αυτή η συζήτηση να ανοίξει περισσότερο.
Και ίσως τότε να διαπιστώσουμε ότι η δημοσιονομική σταθερότητα, τα επιδόματα, η αποταμίευση και οι επιμέρους οικονομικές παρεμβάσεις είναι σημαντικά, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους.
Αυτό που τελικά καθορίζει την πορεία μιας χώρας είναι η κατεύθυνση.
Εάν υπάρχει πραγματικό όραμα για ένα ισχυρότερο, πιο παραγωγικό και τεχνολογικά ανθεκτικό εθνικό προϊόν, τότε κάθε σωστή οικονομική απόφαση μπορεί να αποτελέσει ένα λιθαράκι προς αυτή την κατεύθυνση.
Ίσως, λοιπόν, να μπήκε σήμερα ακόμη ένα λιθαράκι.
Ακόμη και αν η οικοδόμηση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου δεν αποτελεί, τουλάχιστον προς το παρόν, τον κεντρικό και ρητά διατυπωμένο στόχο όσων διοικούν τη χώρα.


























