Φωτεινή Καϊοπούλου: «Η γραφή έγινε ένας τρόπος να ξανασυναντήσω ανθρώπους και στιγμές που είχαν σημαδέψει τη ζωή μου»

«Όταν σβήνουν τα κεριά»
Σελίδες: 556, Τιμή: 17 ευρώ
ISBN: 978-618-5909-17-8
Εκδόσεις Πνοή

Στα βιβλία σας οι ήρωες καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους ύστερα από μια μεγάλη απώλεια ή ανατροπή. Πιστεύετε ότι ο άνθρωπος αλλάζει πραγματικά ή απλώς αποκαλύπτει πλευρές του που μέχρι τότε παρέμεναν κρυφές;

Θέλω να πιστεύω ότι οι μεγάλες δοκιμασίες δεν μας μεταμορφώνουν από το μηδέν. Περισσότερο αφαιρούν τα περιττά, τα κοινωνικά φτασίδια και τη μάσκα που φοράμε στον ίδιο μας τον εαυτό, αφήνοντας να φανεί αυτό που βρισκόταν εξαρχής στον πυρήνα μας. Την ίδια στιγμή, όμως, κάθε εμπειρία αφήνει το αποτύπωμά της, χαράζει μέσα μας ένα καινούργιο ίχνος. Έτσι, ο άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό που αποκαλύπτεται, αλλά και αυτό που, μέσα από τον πόνο, την απώλεια και την ελπίδα, μαθαίνει σιγά σιγά να γίνεται.

    • Οι σιωπές φαίνεται να έχουν εξίσου σημαντικό ρόλο με τις λέξεις στα έργα σας. Είναι τελικά πιο δύσκολο να γράψει κανείς αυτά που δεν λέγονται παρά αυτά που εκφράζονται ανοιχτά;

    Νομίζω πως ναι. Είναι πιο δύσκολο να γράψει κανείς αυτό που δεν λέγεται, γιατί δεν αρκούν οι λέξεις· χρειάζεται να δημιουργήσει τον χώρο όπου το ανείπωτο μπορεί να γίνει αισθητό. Οι σιωπές δεν είναι απουσία λόγου, αλλά ένας άλλος τρόπος αφήγησης. Εκεί κρύβονται οι φόβοι, οι ενοχές, οι επιθυμίες και οι πληγές που οι ήρωες αδυνατούν να ομολογήσουν. Κι όταν η σιωπή λειτουργήσει αληθινά μέσα σε ένα κείμενο, συχνά λέει περισσότερα από κάθε εξήγηση. Πολλές φορές, άλλωστε, εκεί βρίσκεται η αληθινή ιστορία.

    • Η λογοτεχνία σήμερα συνυπάρχει με έναν κόσμο που κινείται ολοένα και πιο γρήγορα. Πόσο δύσκολο είναι να ζητήσετε από τον αναγνώστη να επιβραδύνει, να αφουγκραστεί και να «κατοικήσει» μέσα σε μια ιστορία;

    Στην εποχή της εικόνας και των επιγραμματικών ειδήσεων, γίνεται αναμφίβολα ολοένα και πιο δύσκολο. Όμως η λογοτεχνία δεν ανταγωνίζεται την ταχύτητα· προτείνει έναν άλλο ρυθμό. Προσκαλεί τον αναγνώστη να σταματήσει για λίγο τον θόρυβο του κόσμου και να κατοικήσει μέσα σε μια ιστορία. Όσοι αποδέχονται αυτή την πρόσκληση, συνήθως φεύγουν από το βιβλίο έχοντας συναντήσει όχι μόνο τους ήρωές του, αλλά και ένα κομμάτι του εαυτού τους.

    • Αν είχατε την ευκαιρία να συνομιλήσετε με μία από τις ηρωίδες σας, ποια θα επιλέγατε και ποια ερώτηση θα της κάνατε πρώτη;

    Δυσκολεύομαι να επιλέξω. Ίσως να ξεκινούσα από την Έλσα, εκείνη που χρειάστηκε να διασχίσει τη μεγαλύτερη εσωτερική διαδρομή. Θα τη ρωτούσα: «Τώρα που όλα όσα σε διαμόρφωσαν έχουν πια περάσει, ποια είσαι πραγματικά;» Γιατί, τελικά, αυτή είναι η ερώτηση που κρύβεται πίσω από πολλές ανθρώπινες ιστορίες: όχι μόνο τι μας συνέβη, αλλά ποιοι γίναμε μέσα από όσα ζήσαμε.

    Όμως, σκέφτομαι και τη Μαρία της Κρήτης, που κουβαλά τη μεγαλύτερη σιωπή. Εκείνη θα τη ρωτούσα: «Υπάρχει κάτι που δεν τόλμησες ποτέ να πεις, ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό;» Γιατί οι ήρωες αποκαλύπτονται συχνά όχι μέσα από όσα ομολογούν, αλλά μέσα από όσα παλεύουν να κρύψουν. Και ίσως εκεί, στις πιο κρυφές τους περιοχές, να βρίσκεται η βαθύτερη αλήθεια τους.

    • Υπάρχει κάποια σκηνή ή κάποιο κεφάλαιο από το Όταν σβήνουν τα κεριά που σας δυσκόλεψε ιδιαίτερα να γράψετε ή σας φόρτισε περισσότερο συναισθηματικά; Γιατί;

    Δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω μόνο μία σκηνή · ήταν αρκετές, κυρίως εκείνες που άγγιζαν αληθινές ιστορίες και αγαπημένα πρόσωπα. Εκεί όπου η μυθοπλασία συναντούσε τη μνήμη. Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν να κρατήσω την ισορροπία ανάμεσα στη βιωμένη συγκίνηση και τη συγγραφική πειθαρχία. Να βρω τη σωστή απόσταση, ώστε να μην παρασυρθώ από το δικό μου συναίσθημα, χωρίς όμως να ελαφρύνω το βάρος που κουβαλούσε η ίδια η ιστορία ή ο ήρωας.

    Υπήρξαν στιγμές που συγκινήθηκα βαθιά γράφοντας, γιατί η γραφή έγινε ένας τρόπος να ξανασυναντήσω ανθρώπους και στιγμές που είχαν σημαδέψει τη ζωή μου. Ελπίζω πως αυτό που φτάνει τελικά στον αναγνώστη δεν είναι η δική μου συγκίνηση, αλλά η αλήθεια που τη γέννησε. Εκείνη η αλήθεια που δεν επινοείται· μόνο μεταγράφεται.

    • Ως αναγνώστρια, ποια στοιχεία σας κάνουν να κλείσετε ένα βιβλίο με την αίσθηση ότι άξιζε πραγματικά το ταξίδι; Είναι τα ίδια στοιχεία που επιδιώκετε να προσφέρετε και στους δικούς σας αναγνώστες;

    Ένα βιβλίο αξίζει πραγματικά ως ταξίδι, όταν καταφέρνει να με παρασύρει ολοκληρωτικά στον κόσμο του, σε σημείο να χάνω την αίσθηση του χρόνου.  Όταν αναγνωρίζω μέσα του κάτι από τον εαυτό μου, αλλά ταυτόχρονα συναντώ ανθρώπους και οπτικές διαφορετικές από τις δικές μου, που με ξαφνιάζουν, με μετακινούν, με κάνουν να αναθεωρήσω και  με βοηθούν να δω τον άνθρωπο και τη ζωή λίγο αλλιώς.

    Αυτό εύχομαι να συμβαίνει και με τα δικά μου βιβλία. Αν ένας αναγνώστης κλείσει την τελευταία σελίδα όχι μόνο με την αίσθηση ότι διάβασε μια ιστορία που του κράτησε συντροφιά, αλλά και λίγο διαφορετικός απ’ ό,τι ήταν όταν άρχισε να διαβάζει, τότε νιώθω πως το ταξίδι άξιζε και για τους δυο μας.

    • Αν ένας αναγνώστης κρατούσε μόνο μία σκέψη ή ένα συναίσθημα κλείνοντας το Όταν σβήνουν τα κεριά, ποιο θα θέλατε να είναι αυτό;

    Θα ήθελα να κλείσει το βιβλίο και να μείνει η συγκίνηση. Η αίσθηση ότι, όσο διαφορετικές κι αν μοιάζουν οι ζωές μας, οι πιο βαθιές ανθρώπινες εμπειρίες μάς ενώνουν. Μπορεί να αλλάζουν οι εποχές, οι τόποι ή οι συνθήκες, όμως οι αγωνίες, οι απώλειες, οι ελπίδες και η ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε παραμένουν ίδιες.

    Μαζί με αυτή τη συγκίνηση, θα ήθελα να μείνει και ένα ερώτημα: Η ζωή που ζω, ακολουθεί το μονοπάτι που επέλεξα εγώ ή εκείνο που χάραξαν για μένα οι άλλοι;

    Πιστεύω πως αυτή είναι η μεγαλύτερη δύναμη της λογοτεχνίας. Όχι να δίνει απαντήσεις, αλλά να γεννά ερωτήματα που μας συνοδεύουν και μετά την τελευταία σελίδα. Κι αν ένα βιβλίο καταφέρει να αφήσει πίσω του ένα τέτοιο ερώτημα, τότε ίσως συνεχίζει να ζει μέσα στον αναγνώστη και μετά την τελευταία του σελίδα.

    Βιογραφικό

    Η Φωτεινή Καϊοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Θεσσαλονίκη και σπούδασε Γεωπονία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Ασχολήθηκε με τη συγγραφή, δημιουργώντας αρχικά, παραμύθια και νουβέλες για παιδιά. Από τις εκδόσεις Λαμπρόπουλος κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Ησυχία… Θα ξυπνήσουν τα νεραϊδικά». Με το παραμύθι «Πλάτανου ψιθυρίσματα» συμμετείχε στην επετειακή παράσταση «Dance love Greece», που παρουσιάστηκε στο Palais de Βeaux Αrts των Βρυξελλών, αφιερωμένη στην ελληνική παράδοση και τους χορούς της. Παραμύθια και διηγήματά της έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις, όπως: «Ο χορός του μολυβιού», «Φτου! Ξελευθερία», «Ήρωες και Έρωτες», «Είχαμε εμείς στη Σμύρνη…», «Ένα δάκρυ με επιθυμίες», «Από-πυρα», «Καλοκαιρινές βουτιές», «Φύλακες ή φυλακές».
    Το πρώτο της μυθιστόρημα, «Συνάντηση με την Κλερ», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ανεμολόγιο, ενώ το νέο της έργο, «΄Όταν σβήνουν τα κεριά», αποτελεί το επόμενο βήμα της συγγραφικής της πορείας.