Του Αλέξανδρου Σταματουλάκη*
Ήταν ηθοποιός, χορεύτρια και τραγουδίστρια. Το όνομά της συνδέθηκε με έρωτες και ισχυρούς άντρες κυρίως εκτός Ελλάδας. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ζωή Σταυρίδη.
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα 1900 ή στα 1905. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί σπούδασε στο Καλλιτεχνικό Ωδείο του Γραικού. Πολύ νέα ερωτεύτηκε τον 25χρονο αεροπόρο Νίκο Παγώνη και τον παντρεύτηκε. Απέκτησαν ένα παιδί, αλλά η ζήλια του αεροπόρου έφθασε σε επικίνδυνα όρια. Υπήρξαν ξυλοδαρμοί. Της έσκισε μια τουαλέτα, επειδή του φάνηκε τολμηρή. Την πυροβόλησε και την τραυμάτισε. Η Ζωζώ τον εγκατέλειψε.
Η πρώτη της εμφάνιση ήταν στη Θεσσαλονίκη το 1925 με το θίασο Έγκελ ως χορεύτρια. Τον επόμενο χρόνο αποφάσισε να πάει στην Αίγυπτο και να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στο χορό. Εκεί την ερωτεύτηκε ο πρίγκιπας Χασάν. Στην πρώτη παράσταση μπήκαν οι υπηρέτες του στα καμαρίνια κουβαλώντας κοσμήματα, λουλούδια και ζητώντας της να γευματίσει με τον πρίγκηπα. Ούτε που καταδέχτηκε να τους απαντήσει. Την επομένη, ενώ χόρευε στο «Χορ Χορ Αγά» («Λεπλεμπιτζής Χορ Χορ Αγάς» ήταν το όνομα φημισμένης όπερας Αρμένιου συνθέτη) γέμισε η σάλα λευκά περιστέρια και η πρόταση του πρίγκηπα επαναλήφθηκε. Ο θίασος την έσπρωχνε να δεχτεί την πρόταση. Υπέκυψε.
Μαζί του έζησε έξι παραμυθένιους μήνες. Ταξίδεψαν στο εξωτερικό -Αγγλία, Γαλλία, Βουδαπέστη, Μόντε Κάρλο. Ο πρίγκηπας Χασάν ζήτησε να την παντρευτεί. Αρνήθηκε και γύρισε στη Θεσσαλονίκη κουβαλώντας εξήντα μπαούλα ρούχα. Με τα χρήματα που πήρε από τον πρίγκιπα βοήθησε άπορα κορίτσια και βάφτισε φτωχά παιδιά.

Στα 1928 ξαναγύρισε με θίασο στην Αίγυπτο κι αργότερα έγινε πρωταγωνίστρια. Γνώρισε το βασιλιά Φουάτ και τον επισκεπτόταν μια φορά τη βδομάδα στο παλάτι του. Αργότερα γνώρισε και το διάδοχο Φαρούκ, αλλά ποτέ δε θέλησε να δώσει λεπτομέρειες αυτού του «τριγώνου».
Στα 1933 βρέθηκε στην Αθήνα, στην Κυψέλη, να παίζει στο θεατρικό «Κοκότα με μενεξέδες» για πέντε μήνες, όπου για πρώτη φορά εμφανίστηκαν άντρες σε μπαλέτο. Έφυγε για την Κωνσταντινούπολη καλεσμένη μιας λαϊκής τούρκικης οπερέτας.
Από το 1925 που πρωτάρχισε, την καλλιτεχνική της διαδρομή στο θέατρο, ταξίδευε συνέχεια ως το 1948. Το πρόσωπό της χρησιμοποιήθηκε ως μοντέλο για να αποτυπώσει τη γυναικεία μορφή που εμφανίσθηκε το 1931 στο πακέτο των τσιγάρων «Sante».
Επίσης, εμφανίσθηκε σε κινηματογραφικές ταινίες σε Ελλάδα, Γαλλία και Τουρκία. Μία από τις ταινίες αυτές ήταν το «Δεσποινίς δικηγόρος» (1932), μια κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου θεατρικού του Θεόδωρου Συναδινού σε σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη. Δύο χρόνια αργότερα η Νταλμάς εμφανίστηκε σε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία «Στα κύματα του Βοσπόρου» («Cici Berber» ή «Το μπαρμπεράκι»), που γυρίστηκε στην Κωνσταντινούπολη σε σενάριο του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ και σκηνοθεσία Muhsin Ertuğrul – Μουσούτ Βέη.
Στα 1933 (άλλοι λένε 1925) γνώρισε τον Κεμάλ Ατατούρκ. Την κάλεσε ο ίδιος ο Πρόεδρος της τουρκικής δημοκρατίας σε μια δεξίωση που έδινε και όπου συμμετείχαν κι άλλοι Τούρκοι πολιτικοί. Χόρεψε μαζί της ένα βαλς και ύστερα της ζήτησε να χορέψει γυμνή. Χόρεψε κι όταν τελείωσε ο Πρόεδρος την κάλυψε με το φράκο του. Έβγαλε και της έδωσε ένα χαρτονόμισμα των χιλίων τουρκικών λιρών. Εκείνη έκοψε τη φωτογραφία του, την κράτησε και του επέστρεψε το υπόλοιπο κομμάτι. Από τότε μέχρι το θάνατό του στα 1938 είχαν συχνές συναντήσεις. Της προσέφερε πολλά δώρα: έπαυλη, κοσμήματα, ρούχα. Αυτή το μόνο που του είχε ζήσει ήταν τη μείωση του φόρου στα θέατρα από 70% στο 25%. Στην Αθήνα στα 1934 της αφαιρέθηκε η άδεια της ηθοποιού από το Σύλλογο Ηθοποιών ύστερα από το γυμνό χορό μπροστά στον Κεμάλ Ατατούρκ. Επενέβη Τούρκος πολιτικός παράγοντας, που επισκεπτόταν επισήμως εκείνον τον καιρό την Αθήνα, και η άδεια της ξαναδόθηκε.
Μια φήμη τη συνόδευε εκείνη την εποχή: Ήταν κατάσκοπος; Ήταν η Μάτα Χάρι την Ανατολής; Δεν αποδείχτηκε ποτέ.
Γνώρισε τον ηρωικό πλοίαρχο του υποβρυχίου «Λάμπρος Κατσώνης» Βασίλη Λάσκο (βλ το ιστορικό μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση ¨Βασίλης Λάσκος») και δημιουργήθηκε μια έντονη ερωτική σχέση μεταξύ τους. Αυτός αποτάχθηκε ύστερα από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1935 και εξορίστηκε στην Κάρπαθο. Τον ακολούθησε στην εξορία και αργότερα στην Ιταλία.
Στα 1938 στην Κωνσταντινούπολη την ερωτεύτηκε ένας μεγάλος ζαχαροπλάστης, «ο βασιλιάς του λουκουμά», και της έκανε δώρο ένα τεράστιο μαργαριτάρι, Στο ξενοδοχείο «Ντοκατλιάν», όπου δινόταν ένας χορός, θυμωμένη έσπασε όλους τους καθρέφτες. Ο τουρκικός τύπος ασχολιόταν για μέρες μαζί της και η κοινή γνώμη αγανακτισμένη από την ακραία συμπεριφορά της ζητούσε να φύγει.
Ξαναγύρισε με θίασο στο Κάιρο. Εκεί τη γνώρισε ο πλούσιος ομογενής Θ. Κότσικας. Της είπε να πάρει ό,τι επιθυμούσε από το πολυκατάστημά του. Του άδειασε το μαγαζί παίρνοντας όλα τα έπιπλά του καταστήματος, ακόμα κι ένα ποδήλατο.
Στην Αίγυπτο ερωτεύτηκε σφόδρα τον εικοσιτριάχρονο Χρήστο Γιαννακόπουλο. Τον πήρε στην Ελλάδα και παντρεύτηκαν στη Θεσσαλονίκη στα 1942. Ήταν ο δεύτερος γάμος της και διαλύθηκε, όταν ο νεαρός την ίδια εποχή έφυγε εργάτης στη Γερμανία.
Στην Κατοχή τη συνέλαβαν οι Γερμανοί. Βασανίστηκε, για να ομολογήσει «παράνομες»-αντιστασιακές πράξεις. Δε μίλησε. Ήταν έγκυος και απέβαλε.
Έφυγε ξανά για περιοδεία στην Αφρική το 1949 και γνώρισε τον τραπεζίτη Μπεναμία. Εκείνος μέσω κάποιου της ζήτησε συνάντηση. Ήθελε απλώς να τον συνοδέψει δημοσίως για να φανεί στον κόσμο πως ήταν στενοί φίλοι. Εκείνη για να δεχτεί απαίτησε πέντε χιλιάδες λίρες.
«Δε γίνεται λιγότερα;», παζάρεψε ο τραπεζίτης.
«Ακατέβατα», του απάντησε. «Τα γούστα πληρώνονται».
Του πήρε τις 5000 λίρες κι εκείνος της χάρισε ένα χρυσό ρολόι. Εκείνο το βράδυ κατάφερε και του απόσπασε άλλες 17.000 λίρες.
Εγκατέλειψε οριστικά τα καλλιτεχνικά δρώμενα το 1957. Σχεδόν τυφλή κατέβαινε κάθε μέρα στην «Αύρα», το μετέπειτα «Φαληρικό Κύμα», που αργότερα μετονομάσθηκε σε «Γαλάζιο Κύμα». Πάμφτωχη πέθανε στους Αμπελοκήπους σε ηλικία 83 ετών. Τα έξοδα για την κηδεία της κατέβαλε ένας παλαιός θαυμαστής της, ο χορευτής Δημήτρης Ιβάνωφ.
Σε συνέντευξή της στο δημοσιογράφο Δημήτρη Λυμπερόπουλο είχε δηλώσει πως θα ήθελε να τη θυμούνται όλοι ως συνεπή Ελληνίδα και μία όμορφη και λαμπερή πρωταγωνίστρια του θεάτρου. Η ζωή της περιγράφεται στο βιβλίο «Εγώ, η Ζωζώ Νταλμάς», που συνέγραψε ο ηθοποιός και φίλος της, Βασίλης Κολοβός.
Από το 1925 που πρωτάρχισε την καλλιτεχνική της διαδρομή στο θέατρο, ταξίδεψε συνέχεια ως το 1948 σε Ευρώπη, Αφρική και Ασία. Σε είκοσι τρία χρόνια καριέρας έμεινε στην Ελλάδα μόνο τα πέντε. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά γερμανικά, τούρκικα και κινέζικα. Ανάμεσα στα δώρα που της έκαναν ήταν 20 αυτοκίνητα, 20 σπίτια, αναρίθμητα μετρητά, μαργαριτάρια και πολλά άλλα.
Ωστόσο πέθανε πάμφτωχή.

























