Πόσες και Ποιες Γλωσσικές Οικογένειες Υπάρχουν Παγκοσμίως;

Γράφει ο Παναγιώτης Γρηγοριάδης*

Παγκόσμιος χάρτης γλωσσικών οικογενειών

Οι γλωσσικές οικογένειες περιγράφουν γλωσσικά σύνολα που παρουσιάζουν κοινά δομικά και ιστορικά χαρακτηριστικά, κοντολογίς έχουν κοινή καταγωγή. Η ορολογία αυτή βοηθά στην κατανόηση της εξέλιξης και της διαφοροποίησης των γλωσσών στο πέρασμα του χρόνου. Ως θεματικό πεδίο, οι γλωσσικές οικογένειες είναι πάντα επίκαιρες στη διεθνή βιβλιογραφία και παράλληλα αποτελούν πεδίο τομής για πολλά παρακλάδια της γλωσσολογίας, όπως είναι η ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία και η τυπολογία. Η έννοια των γλωσσικών οικογενειών καθιερώθηκε κατά τον 19ο αιώνα, οπότε και θεμελιώθηκε επισήμως η γλωσσολογία ως επιστήμη και αναπτύχθηκε η ιστορική-συγκριτική μέθοδος, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ταξινόμηση των μέχρι πρότινος αταξινόμητων γλωσσικών συστημάτων. Η ιστορία της γλωσσικής εξέλιξης στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην ιστορική-συγκριτική μέθοδο, η οποία έφερε στο φως μέχρι πρότινος αθέατες πλευρές της σταδιακής διαμόρφωσης της ανθρώπινης γλώσσας. Για παράδειγμα, κανείς δε θα γνώριζε για την ύπαρξη της πρωτοϊνδοευρωπαϊκής γλώσσας, η οποία ομιλήθηκε κατά την ύστερη Νεολιθική Εποχή, αν η ιστορική-συγκριτική μέθοδος δεν την είχε ανασυνθέσει με τη συστηματική σύγκριση μεταγενέστερων συγγενών γλωσσών.

Πόσες γλωσσικές οικογένειες υπάρχουν; Η απάντηση δεν είναι απολύτως σαφής. Σύγχρονες γλωσσολογικές εκτιμήσεις υπολογίζουν ότι σήμερα ομιλούνται περίπου 7.000 φυσικές γλώσσες, αν και ο ακριβής αριθμός εξαρτάται από τα κριτήρια διάκρισης ανάμεσα σε γλώσσα και διάλεκτο. Κατά αντιστοιχία γίνεται λόγος για περίπου 25-40 κύριες γλωσσικές οικογένειες ανάλογα με το μοντέλο ταξινόμησης που υιοθετείται κατά περίπτωση. Αυτό εξηγεί τη σημαντική ανομοιογένεια που τις χαρακτηρίζει γεωγραφικά, μορφολογικά και τυπολογικά. Παράλληλα δε λείπουν και οι γλώσσες που δείχνουν να μην ανήκουν σε συγκεκριμένη γλωσσική οικογένεια, όπως η Βασκική. Όσον αφορά τη μορφολογία και την τυπολογία, ας φέρουμε στο νου μας την Αγγλική και τη Γερμανική οι οποίες ανήκουν στη δυτικογερμανική υποομάδα των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Ωστόσο, η Αγγλική είναι αναλυτική γλώσσα, έχει δηλαδή μεγάλη μορφολογική απλότητα, εν αντιθέσει με τη Γερμανική η οποία είναι παράδειγμα φλεξιτικής γλώσσας, τουτέστιν τα μορφήματά της περιέχουν πληροφορίες για πολλά γραμματικά γνωρίσματα, π.χ. τον αριθμό, την πτώση και το γένος.

Ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια

Η αβεβαιότητα περί του ακριβούς αριθμού των γλωσσών συνεπάγεται αδυναμία προσδιορισμού του συνολικού αριθμού των γλωσσικών οικογενειών. Ως εκ τούτου, οι όποιοι αριθμοί έχουμε στη διάθεσή μας καλό είναι να αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα. Άλλωστε, πολλές μειονοτικές γλώσσες τείνουν να τίθενται σε αφάνεια συν τω χρόνω, ενώ δεν αποκλείεται να μην έχουμε καν γνώση της ύπαρξης κάποιων γλωσσών ελλείψει γραπτών τεκμηρίων. Σε επίπεδο πολυμορφίας, Ασία και Αφρική έχουν να επιδείξουν αξιοσημείωτη γλωσσική ποικιλότητα συγκρινόμενες με άλλες ηπείρους. Αυτό όμως δεν αποτελεί καθαυτό πρόβλημα. Όλα εξαρτώνται από το πώς αντιμετωπίζουμε εμείς τις γλώσσες και την ιστορία τους. Η διατήρηση της γλωσσικής ποικιλότητας αποτελεί τόσο επιστημονικό καθήκον όσο και πολιτισμική ευθύνη. Κάθε γλώσσα που σιωπά στερεί από την ανθρωπότητα ένα μοναδικό τρόπο σκέψης περί του κόσμου και θέασης και ερμηνείας αυτού.

Η μελέτη των γλωσσικών οικογενειών είναι ένας από τους πιο εποικοδομητικούς τρόπους που διαθέτουμε για να κατανοήσουμε σε βάθος τη διαδρομή της ανθρωπότητας μέσα από το ρου της ιστορίας. Οι ομοιότητες και οι διαφορές των γλωσσών που μας είναι γνωστές αποτυπώνουν πληθυσμιακές μετακινήσεις, πολιτισμικές ανταλλαγές και κοινωνικές μεταβολές αιώνων. Η γενεαλογική συγγένεια δε συνεπάγεται απαραιτήτως απόλυτη δομική ταύτιση, όπως δείχνουν οι τυπολογικές διαφοροποιήσεις γλωσσών της ίδιας οικογένειας, αλλά μας υπενθυμίζει ότι οι γλώσσες αλληλεπιδρούν διαρκώς και πολλάκις αλληλοσυμπληρώνονται. Σε έναν κόσμο όπου ορισμένες γλώσσες κυριαρχούν και άλλες απειλούνται με εξαφάνιση, ας αφυπνιστούμε από την ομόφωνη παραδοχή ότι κάθε γλώσσα, ανεξαρτήτως επικοινωνιακής ισχύος, αποτελεί φορέα ιστορίας και πολιτισμικής μνήμης. Η ιστορία μάς έδωσε τη μοναδική ταυτότητα και η γλώσσα μάς έδωσε το μέσο για να εκφράσουμε, να αναδείξουμε και να εξυψώσουμε τη μοναδικότητα της ταυτότητας αυτής.

*Ο Παναγιώτης Γρηγοριάδης είναι καθηγητής Γερμανικών και υποψήφιος διδάκτωρ του Α.Π.Θ.