Κωνσταντίνος Λυκουριώτης: “τη μουσική παιδεία τη χρειαζόμαστε, γιατί δίνει ποιότητα στη ζωή μας, τη γεμίζει με γεύσεις, αρώματα και ερεθίσματα”

Η μουσική ενώνει τους λαούς και τους πολιτισμούς;

Υπάρχει η πεποίθηση ότι η μουσική διαπερνά τους λαούς, ενώνει τους ανθρώπους.

Ίσως λόγω της έννοιας της κάθαρσης με την οποία έχει ταυτιστεί εννοώντας πως η απολύτρωση του ανθρώπου από τα πάθη του τον καθιστά κοινωνικότερο, ικανότερο για συνύπαρξη.

Ακόμη όμως και υπό το πρίσμα μιας τέτοιας ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, η κάθαρση από μόνη της δεν αρκεί· απαιτείται το σταθερό έδαφος της συμφωνίας και της εγγύτητας.

Για να το πω με άλλα λόγια, η μουσική ενώνει άτομα που μοιράζονται την ίδια κουλτούρα, έχουν ή επιλέγουν να έχουν τις ίδιες πολιτισμικές και κατ’ επέκταση μουσικές καταβολές.
Μέσω ενός μουσικού έργου λαμβάνουμε ένα σύνολο ερεθισμάτων τόσο μουσικών όσο και μη.

Για παράδειγμα, το ρεμπέτικο όπως και κάθε άλλο μουσικό είδος, δεν έχει μόνο μουσικά χαρακτηριστικά (ρυθμό, μελωδία, συνοδεία) αλλά συνάμα διαμορφώνει ένα σύμπαν ιδεών, πρακτικών, τελετουργίας και τρόπου ζωής μέσα στο οποίο αυτό παράγει και αναπαράγεται.

Με την κατάρρευση αυτού του σύμπαντος σταματάει η κοινωνική και κατ’ επέκταση η μουσική παραγωγή του ρεμπέτικου. Αν θέλαμε λοιπόν να ισχυριστούμε ότι η μουσική ενώνει τους λαούς και τους πολιτισμούς, θα πρέπει πρώτα να ανατρέξουμε σε εκείνα τα εξωμουσικά στοιχεία και νοήματα που ζουν σε αυτή και ταυτοχρόνως συνθέτουν τη μουσική έκφραση.

“Η μουσική είναι μία, οι μουσικοί πολλοί.” Πως θα περιγράφατε αυτή την πρόταση;

Εσφαλμένη. Η μουσική θα ήταν μία αν και ο άνθρωπος ήταν ένας – φαντάζομαι όμως κάτι τέτοιο θα ανταποκρινόταν ίσως μόνο στον άντρα πρότυπο της λευκής δυτικής κουλτούρας και στη μουσική που αυτός συνθέτει.

Ρωτήστε έναν αφρικανό ποια είναι για αυτόν η μουσική. Ρωτήστε έναν ιάπωνα.

Ρωτήστε έναν μογγόλο, έναν κινέζο, έναν εβραίο, έναν ινδό, έναν λατινοαμερικάνο.

Ρωτήστε τον σύντροφό σας, τον φίλο σας, τον γείτονά σας και θα καταλάβετε ότι η μουσική δεν είναι μία όπως ούτε και ο άνθρωπος.

Γιατί χρειάζεται η μουσική παιδεία; Είναι πολυτέλεια ή ανάγκη;

Η μουσική παιδεία δεν χρειάζεται, εμείς τη χρειαζόμαστε. Τη χρειαζόμαστε γιατί δίνει ποιότητα στη ζωή μας, τη γεμίζει με γεύσεις, αρώματα και ερεθίσματα που θα στερούμασταν μακριά από την τέχνη. Και δεν το λέω με καμιά δόση ρομαντισμού.

Η μουσική σε πληθαίνει, σε γεμίζει, σε τεντώνει. Μελέτες έχουν αποδείξει ότι επηρεάζει μέρη του εγκεφάλου, δημιουργεί δυνατά συναισθήματα και επαναφέρει μνήμες- εντυπώσεις.

Προσφέρει το απαραίτητο καύσιμο για το μυαλό, σε κάνει δημιουργικό, βοηθάει στη συγκέντρωση, παρατείνει τη μνήμη, μειώνει το στρες και συμβάλλει στο να αντιμετωπίζεις τον πόνο.

Αν όλα αυτά μπορούν να χαρακτηριστούν ως πολυτέλεια, τότε τι είναι ανάγκη;

Πώς μπορεί ένας γονιός να ανακαλύψει το ταλέντο του παιδιού του στη μουσική;

Τα χαρισματικά παιδιά έχουν ένα ρυθμικό τρόπο κίνησης, συνήθως δεν είναι αδέξια, έχουν μεθοδικότητα και ακρίβεια σαν ένας εσωτερικός παλμός να τα κατευθύνει.

Η μουσικότητα λοιπόν είναι έμφυτη αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν καλλιεργείται ακολουθώντας την κατάλληλη εκπαίδευση.

Οι μελλοντικοί μουσικοί συχνά αναγνωρίζουν περισσότερους ήχους από έναν μέσο συνομήλικό τους, τους κατηγοριοποιούν, τους συνδυάζουν με συναισθήματα και τους αναπαράγουν με σχετική ευκολία.

Επιπλέον, ένας γονιός μπορεί να εντοπίσει αν το παιδί του παράγει μουσική με στόχο να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του. Αυτό αποτελεί σημαντικό σημάδι μουσικού ταλέντου.

Υπάρχουν Έλληνες αξιόλογοι μουσικοί, με μουσική κατάρτιση και γνώσεις;

Είναι πολλοί οι αξιόλογοι και οι μουσικά καταρτισμένοι. Οι αμέσως προηγούμενες γενιές κατέβαλλαν μεγάλη προσπάθεια να οργανωθούν σοβαρές μουσικές εκπαιδευτικές δομές στην Ελλάδα και οι καρποί ήδη έχουν ευοδωθεί.

Είχα μάλιστα την τύχη να διδαχτώ από μερικούς από αυτούς. Και το θεωρώ μεγάλη χαρά να βρεις τον σωστό δάσκαλο.

Έτσι και στη Μουσικών Σπουδών ΑΠΘ. Μπορώ να αναφέρω τον καθηγητή Χρήστο Σαμαρά. Βλέπω σε αυτόν τον μεστό συνθέτη και δάσκαλο που έβγαλε γενιές αρίστων με σπουδαίες διακρίσεις και βραβεύσεις.

Ποια είναι τα μελλοντικά μουσικά σας σχέδια;

Τα σχέδια είναι πολλά. Ωστόσο, για τη μουσική η έρευνα, η γνώση και η μελέτη δε σταματούν ποτέ.

Και κάτι τελευταίο. Πως συνδυάζετε τις δύο επιστήμες σας ως πολιτικός επιστήμονας με μεταπτυχιακό πολιτικής φιλοσοφίας και ως υποψήφιος διδάκτορας μουσικής σύνθεσης;

Εύκολα. Απλά χρειάστηκαν περίπου 10 χρόνια πανεπιστημιακών σπουδών. Μετά από 4 χρόνια στη ΝΟΠΕ Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, 2 χρόνια μεταπτυχιακό Πολιτικής Θεωρίας και Φιλοσοφίας ΑΠΘ, 5 χρόνια Μουσικών Σπουδών ΑΠΘ και αφήνοντας απ’ έξω τις σπουδές μου στα ωδεία που πραγματοποιούσα από τριών χρονών, ο συνδυασμός εννοιών των δύο επιστημών που υπηρετώ γίνεται με άνεση.

Αρκεί να καταλάβεις το αντικείμενο που μελετάς και μετά όλα ξετυλίγονται σαν κουβάρι δημιουργώντας τα δικά σου μονοπάτια σκέψης.

Άλλωστε, αποτελεί επιταγή της νέας μουσικολογικής κριτικής και ανάλυσης η θεώρηση ενός μουσικού συμβάντος ή μιας μουσικής δημιουργίας στον χώρο του κοινωνικού, καλλιτεχνικού, αισθητικού, πολιτισμικού και ιδεολογικού τόπου παραγωγής. Και αναφέρω όλα αυτά τα επιμέρους επίπεδα σκέψης και νοήματος (κοινωνικό, καλλιτεχνικό, αισθητικό, πολιτισμικό, ιδεολογικό) ως «προπομπούς» κάθε ανθρώπινης δημιουργίας.

Διευρύνοντας λοιπόν τις ερευνητικές μεθόδους της παραδοσιακής μουσικολογικής ανάλυσης και οικοδομώντας ένα ευρύτερο επιστημονικό πεδίο μουσικής, πολιτικής και κοινωνικής επιστήμης, οδηγούμαστε στη μελέτη μουσικών εννοιών υπό το βάρος της φιλοσοφίας και της ανάγκης για ιστορικο-κοινωνική κατανόηση του καλλιτεχνικού δημιουργήματος.

Βιογραφικό:

Ο Κωνσταντίνος Λυκουριώτης (27 ετών) είναι Υποψήφιος Διδάκτορας Σύνθεσης.

Φοίτησε στη σχολή Καλών Τεχνών, Μουσικών Σπουδών ΑΠΘ, τάξη σύνθεσης Χ. Σαμαρά. Διπλωματούχος κιθαριστής, τάξη Φ. Κουτσοθόδωρου. Πτυχιούχος ανώτερων θεωρητικών, τάξη Θ. Γκρούνη.

Μετείχε σε σεμινάρια διεύθυνσης, κιθάρας, μονωδίας, μουσικής ανάλυσης, βυζαντινής μουσικής και μουσικής εκπαίδευσης. Διδάχτηκε μεταξύ άλλων από G. Reichenbach, Κ Κοτσιώλη, M. Krilovici, Γ. Σακαλλιέρο, Ε. Δαμιανού, Θ. Μπιλιλή, Κ. Χάρδα, Κ Τσούγκρα, Ε. Λαπιδάκη.

Η εργογραφία του περιλαμβάνει ευρύ φάσμα ηχογραφημένων συνθέσεων. Το 2013, η Συμφωνική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης εκτέλεσε τα έργα του «Από το Θάνατο στη Ζωή» και «Ζυγάκτης» υπό τη διεύθυνση του Βλαδίμηρου Συμεωνίδη.

Το 2016, έλαβε 1ο βραβείο σύνθεσης στο 3rd International Guitar Festival of Thessaloniki με το έργο «Efterpon» που εκδόθηκε και διατίθεται παγκόσμια από τον καναδικό εκδοτικό οίκο «Les Productions D’oZ».

Το 2019 μετείχε με το έργο του «Hypolais» στο εργαστήριο σύνθεσης του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών σε συνεργασία με την Ένωση Ελλήνων Μουσουργών, το οποίο εκτελέστηκε από το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής στο Μ.Μ.Α.

Το ίδιο έτος έλαβε το 2ο βραβείο σύνθεσης έργου για συμφωνική ορχήστρα στον Διαγωνισμό στη Μνήμη του Γιάννη Α. Παπαϊοάννου, το οποίο εκτελέστηκε από τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Ιάκωβου Κονιτόπουλου.

Συμμετείχε στην κριτική επιτροπή των διαγωνισμών εκτέλεσης κλασικής κιθάρας και σύνθεσης στο 6th International Guitar Festival of Thessaloniki.

Εργάζεται ως καθηγητής κιθάρας και θεωρητικών σε δημοτικό ωδείο. Ίδρυσε τη μικτή χορωδία «Saint Paul», το γυναικείο φωνητικό σύνολο «Ίχναι» και τη μικτή χορωδία Προχώματος.

Είναι πολιτικός επιστήμων με μεταπτυχιακή ειδίκευση στην Πολιτική Θεωρία και Φιλοσοφία.