Γράφει ο Παναγιώτης Γρηγοριάδης*

Στερεότυπα και προκαταλήψεις μάς κρατούν στάσιμους και δέσμιους σε έναν ψεύτικο μικρόκοσμο
Στερεότυπα και προκαταλήψεις αποτελούν μείζονος σημασίας μάστιγες στις σύγχρονες κοινωνίες, τόσο στις αναπτυγμένες όσο και στις υποανάπτυκτες. Αντίκεινται στους όρους της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών σε έναν κόσμο όπου η πολυπολιτισμικότητα αυξάνεται συνεχώς. Αν και συχνά χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι όροι, παρουσιάζουν ορισμένες σημαντικές διαφορές. Τα στερεότυπα αποτελούν γενικευμένες αντιλήψεις, πεποιθήσεις ή κρίσεις για μια κοινωνική ομάδα, ενώ οι προκαταλήψεις συνδέονται περισσότερο με τις συναισθηματικές στάσεις που απορρέουν από αυτά τα στερεότυπα και οδηγούν πολλές φορές σε αρνητικές συμπεριφορές ή διακρίσεις. Για παράδειγμα, όταν λέμε «Οι γύφτοι βρωμάνε», αυτό είναι στερεότυπο, όμως όταν αντικρίζουμε έναν γύφτο και λέμε «Μακριά του μη μας κολλήσει τίποτα», αυτή είναι η προκατάληψη η οποία απορρέει από το στερεότυπο ότι οι γύφτοι είναι απεριποίητοι και άπλυτοι.
Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις δεν επηρεάζουν μόνο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους άλλους ανθρώπους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα τους. Όταν ένας λαός στιγματίζεται για την πολιτισμική ταυτότητα αυτού, είναι σχεδόν αναπόφευκτο να στοχοποιηθεί και η γλώσσα του ακολούθως. Η γλώσσα αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτισμικής ταυτότητας ενός λαού και δύσκολα μπορεί να αποσυνδεθεί από αυτήν. Για αυτόν το λόγο, η υποτίμηση μιας γλώσσας ισοδυναμεί κατά κανόνα με την υποτίμηση των ανθρώπων που τη χρησιμοποιούν.
Στην καθημερινή ζωή συναντάμε συχνά εκφράσεις που αποτυπώνουν γλωσσικά στερεότυπα. Ορισμένες γλώσσες χαρακτηρίζονται αυθαίρετα ως «σκληρές», «φτωχές» ή «δύσκολες», ενώ άλλες θεωρούνται «κομψές», «πλούσιες» ή «μουσικές». Τέτοιες αξιολογήσεις όμως σπάνια βασίζονται σε αντικειμενικά γλωσσολογικά κριτήρια. Αντανακλούν μάλλον κοινωνικές αντιλήψεις, ιστορικές συγκρούσεις ή πολιτισμικές ιεραρχίες που έχουν διαμορφωθεί με την πάροδο του χρόνου. Η γλωσσολογία έχει επανειλημμένα δείξει ότι καμία γλώσσα δεν είναι εγγενώς ανώτερη ή κατώτερη από κάποια άλλη και επισημαίνει διαρκώς τους κινδύνους που ενέχει ένας τέτοιος αυθαίρετος διαχωρισμός για τη συνύπαρξη των εθνών και των πολιτισμών τους.
Παράλληλα, τα στερεότυπα μπορούν να επηρεάσουν και τη στάση των ανθρώπων απέναντι σε διαλέκτους ή γλωσσικές ποικιλίες. Ορισμένες μορφές λόγου συχνά θεωρούνται λανθασμένες ή κατώτερες, παρότι από γλωσσολογικής απόψεως αποτελούν απολύτως έγκυρες μορφές έκφρασης. Η γλωσσολογία έχει δείξει ότι όλες οι γλώσσες και οι διάλεκτοι διαθέτουν τη δική τους εσωτερική δομή, πολυπλοκότητα και λειτουργικότητα. Ωστόσο, κοινωνικοί παράγοντες όπως το κύρος, η εξουσία και η οικονομική ισχύς οδηγούν πολύ συχνά σε αυθαίρετη και υποκειμενική ιεράρχηση των γλωσσών και των γλωσσικών ποικιλιών.

Ας αξιοποιήσουμε τη γλώσσα για να γεφυρώσουμε το φαινομενικά αγεφύρωτο χάσμα λαών και πολιτισμών
Η επίδραση των στερεοτύπων στη γλώσσα δεν περιορίζεται μόνο στις αντιλήψεις των ομιλητών. Επηρεάζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η γλώσσα στο δημόσιο λόγο. Οι λέξεις που επιλέγονται για να περιγράψουν κοινωνικές ομάδες μπορούν να ενισχύσουν ή να αμβλύνουν προκαταλήψεις. Όροι που στο παρελθόν θεωρούνταν ουδέτεροι μπορεί σήμερα να κρίνονται προσβλητικοί, γεγονός που δείχνει ότι η γλώσσα εξελίσσεται μαζί με τις κοινωνικές ευαισθησίες. Η συνετή αξιοποίηση της γλώσσας στο δημόσιο λόγο αποτελεί επομένως σημαντικό στοιχείο κοινωνικού σεβασμού και μπορεί να χτίσει στέρεες γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ των εθνών, των λαών, μα προπάντων των ανθρώπων.
Είναι πασιφανές λοιπόν ότι η καλλιέργεια γλωσσικής και πολιτισμικής επίγνωσης αποτελεί σημαντικό στοιχείο της εκπαίδευσης. Η κατανόηση της σχέσης μεταξύ γλώσσας και κοινωνίας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στον περιορισμό του κοινωνικού αντικτύπου στερεοτύπων και προκαταλήψεων. Όταν μπορέσουμε να αντιληφθούμε ότι κάθε γλώσσα και γλωσσική ποικιλία αποτελεί έκφραση μιας ιδιαίτερης πολιτισμικής εμπειρίας, τότε ίσως καταφέρουμε να γίνουμε περισσότερο δεκτικοί απέναντι στη διαφορετικότητα.
Η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα σύστημα λέξεων και γραμματικών κανόνων. Είναι φορέας ιστορίας, πολιτισμού και ταυτότητας. Όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε αυτήν τη διάσταση της γλώσσας, τόσο περισσότερο μπορούμε να συμβάλουμε στη δημιουργία κοινωνιών που βασίζονται στις αξίες του αμοιβαίου σεβασμού, της ειλικρινούς κατανόησης και του εποικοδομητικού διαλόγου. Σε έναν κόσμο όπου οι πολιτισμοί και οι γλώσσες συναντώνται ολοένα και συχνότερα, η συνειδητοποίηση της αξίας κάθε γλώσσας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για πιο ανοιχτές και δημοκρατικές κοινωνίες.
*Ο Παναγιώτης Γρηγοριάδης είναι καθηγητής Γερμανικών και υποψήφιος διδάκτωρ του Α.Π.Θ.”.


























