Γρηγόρης Κέντρος: «Το φθηνότερο κεφάλαιο που δεν αξιοποιούμε»

Όποιος μιλάει με επιχειρηματίες αυτό τον καιρό ακούει ξανά και ξανά την ίδια ερώτηση: που θα βρούμε χρηματοδότηση τώρα που κλείνει το Ταμείο Ανάκαμψης; Private equity, venture capital, ομολογιακά, ευρωπαϊκά προγράμματα. Επιλογές υπάρχουν. Αυτό που σπάνια ακούω είναι η επόμενη ερώτηση, που κατά τη γνώμη μου είναι και η πιο σημαντική. Πόσο θα μας κοστίσουν αυτά τα χρήματα;

Μετά από αρκετά χρόνια σε οικονομικές διευθύνσεις, έχω καταλήξει σε κάτι που ίσως ακούγεται παράξενο. Για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις το φθηνότερο κεφάλαιο βρίσκεται μέσα στο δικό τους λογιστήριο, και είναι η ποιότητα της χρηματοοικονομικής τους πληροφόρησης. Δεν τη βλέπεις στον ισολογισμό. Την πληρώνεις όμως στο επιτόκιο, στην αποτίμηση και στους όρους κάθε συμφωνίας.

Ο επενδυτής χρεώνει ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει

Όποιος βάζει χρήματα σε μια επιχείρηση ξέρει, εξ ορισμού, λιγότερα από αυτούς που τη διοικούν. Αν δεν μπορεί να ελέγξει τα κέρδη, τις ταμειακές ροές ή το αν θα εισπραχθούν ποτέ οι απαιτήσεις, σπάνια θα πει όχι. Απλώς θα ζητήσει περισσότερα, για να καλυφθεί απέναντι σε ό,τι δεν βλέπει.

Αυτό δεν είναι δική μου διαίσθηση. Η διεθνής έρευνα το δείχνει εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες: όσο καλύτερη η ποιότητα των λογιστικών στοιχείων και όσο πληρέστερη η πληροφόρηση, τόσο χαμηλότερο το κόστος κεφαλαίου μιας εταιρείας, είτε μιλάμε για μετοχές είτε για δανεισμό.

Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι ακόμη πιο έντονο. Η αγορά μας είναι μικρή και οι συγκρίσιμες εταιρείες λίγες. Και ας είμαστε ειλικρινείς, τα δημοσιευμένα στοιχεία μιας μη εισηγμένης ελληνικής εταιρείας δεν εμπνέουν από μόνα τους εμπιστοσύνη σε έναν ξένο επενδυτή. Εκείνος έρχεται με επιφύλαξη, και το βάρος της απόδειξης πέφτει σε εμάς.

Εκεί που έρχεται ο λογαριασμός

Όλα αυτά ακούγονται θεωρητικά μέχρι να βρεθείς σε ένα due diligence. Εκεί γίνονται πολύ συγκεκριμένα.

Θυμάμαι μια οικογενειακή βιομηχανία που είχε συμφωνήσει στις βασικές γραμμές μιας επένδυσης με ένα ξένο fund. Επιχειρηματικά όλα στέκονταν: καλοί πελάτες, σταθερή ανάπτυξη, ικανή διοίκηση. Οι σύμβουλοι του fund όμως χρειάστηκαν σχεδόν τρεις μήνες για να καταλήξουν σε ένα EBITDA που μπορούσαν να εμπιστευτούν. Βρήκαν αποθέματα αποτιμημένα χωρίς πραγματική κοστολόγηση, απαιτήσεις δύο και τριών ετών χωρίς καμία πρόβλεψη, και προσωπικά έξοδα του μετόχου περασμένα στην εταιρεία.

Κανένα από αυτά δεν ήταν δραματικό από μόνο του. Μαζί όμως έριξαν το κανονικοποιημένο EBITDA γύρω στο 15%, και με τον πολλαπλασιαστή που συζητούσαμε αυτό μεταφράστηκε σε μια διαφορά αποτίμησης πολλών εκατομμυρίων. Και δεν σταμάτησε εκεί. Μέρος του τιμήματος μπήκε σε escrow για δύο χρόνια και ένα άλλο κομμάτι συνδέθηκε με μελλοντικά αποτελέσματα.

Αυτό που μου έμεινε από εκείνη τη διαπραγμάτευση ήταν ότι μετά τον δεύτερο μήνα κανείς δεν μιλούσε πια για την ανάπτυξη της εταιρείας. Συζητούσαμε μόνο αν μπορούμε να πιστέψουμε τους αριθμούς της. Τα περισσότερα από τα ευρήματα θα είχαν αποφευχθεί με ένα σωστό μηνιαίο κλείσιμο και μια απογραφή με κοστολόγηση, με κόστος ένα κλάσμα αυτού που χάθηκε.

Λογιστική για την εφορία

Γιατί συμβαίνει αυτό τόσο συχνά; Νομίζω ότι έχει να κάνει περισσότερο με νοοτροπία παρά με τεχνική. Στις περισσότερες ελληνικές ΜμΕ οι οικονομικές καταστάσεις φτιάχνονται για να κλείσει σωστά η φορολογική δήλωση. Ο λογιστής κάνει καλά τη δουλειά για την οποία πληρώνεται, να μην πληρώσει η εταιρεία περισσότερο φόρο απ’ όσο πρέπει. Κανείς όμως δεν του ζήτησε ποτέ στοιχεία που θα διάβαζε ένας επενδυτής.

Να είμαι σαφής, τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα δεν φταίνε. Ο ν. 4308/2014 είναι ένα αξιοπρεπές πλαίσιο και, όταν εφαρμόζεται σωστά, δίνει αξιόπιστη εικόνα. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά δεν εφαρμόζεται σωστά. Απομειώσεις που «θα γίνουν του χρόνου», αποθέματα χωρίς κοστολόγηση, βιβλία που κλείνουν μία φορά τον χρόνο.

Το ίδιο βλέπω να επαναλαμβάνεται και με τα στοιχεία βιωσιμότητας. Όπου κι αν καταλήξει η Ευρώπη με την απλοποίηση των υποχρεώσεων αναφοράς, τράπεζες και μεγάλοι πελάτες ζητούν ήδη στοιχεία ESG από τους προμηθευτές τους. Όποιος δεν μπορεί να τα τεκμηριώσει θα πληρώσει και εκεί.

Τι θα έλεγα σε ένα διοικητικό συμβούλιο

Η καλή είδηση είναι ότι δεν χρειάζεται μετάβαση στα ΔΠΧΑ ούτε μεγάλος προϋπολογισμός. Αν καθόμουν στο ΔΣ μιας μεσαίας επιχείρησης που σκοπεύει να αντλήσει κεφάλαια τα επόμενα δύο χρόνια, θα ζητούσα πρώτα μηνιαίο κλείσιμο, με αποτελέσματα και ισολογισμό κάθε μήνα και συμφωνημένους λογαριασμούς. Θα ζητούσα ένα σύντομο πακέτο πληροφόρησης σε κάθε συνεδρίαση, με σύγκριση έναντι του προϋπολογισμού και εξήγηση για κάθε σημαντική απόκλιση, και μια κυλιόμενη πρόβλεψη ταμειακών ροών τουλάχιστον τριών μηνών.

Θα ζητούσα επίσης να γραφτούν οι βασικές λογιστικές πολιτικές: πως αναγνωρίζονται τα έσοδα, πως σχηματίζονται οι προβλέψεις, πως αποτιμώνται τα αποθέματα. Έτσι δεν αλλάζουν ανάλογα με το ποιος κλείνει τα βιβλία. Τέλος, θα ήθελα έλεγχο από ορκωτό ελεγκτή ακόμη κι αν ο νόμος δεν τον απαιτεί, και ένα ανεξάρτητο μέλος στο ΔΣ που ξέρει να διαβάζει ισολογισμό.

Τίποτα από αυτά δεν είναι ακριβό. Σε σχέση με όσα κρίνονται στην επόμενη χρηματοδότηση, το κόστος είναι σχεδόν αμελητέο.

Το επόμενο βήμα

Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές επιχειρήσεις έμαθαν να ψάχνουν χρηματοδότηση, και πολλές τα κατάφεραν καλά. Το επόμενο βήμα είναι πιο δύσκολο, γιατί δεν εξαρτάται από κανένα πρόγραμμα ή fund. Είναι να γίνουν επιχειρήσεις των οποίων τους αριθμούς ένας επενδυτής μπορεί να εμπιστευτεί από την πρώτη μέρα. Όσες το πετύχουν θα δανείζονται φθηνότερα και, όταν έρθει η ώρα, θα πουλήσουν ακριβότερα.


Ο Γρηγόριος Κέντρος είναι Group CFO και εκτελεστικό μέλος ΔΣ της Brite Hellas ΑΕ, μέλος του ACCA και υποψήφιος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Έχει περίπου 26 χρόνια εμπειρίας σε ανώτερες θέσεις οικονομικής διοίκησης και συμπεριλήφθηκε στη λίστα CFO 100 Power List 2024.