«Η ηλεκτροκίνηση και η ανάγκη για ολοκληρωμένο σχεδιασμό»

Γράφει ο Τραϊκούδης Χρήστος. Οικονομολόγος, προϊστάμενος εμπορικού τμήματος Α’ υλών εταιρείας ανακύκλωσης, Msc in politics & economics in S.E and Eastern Europe, UoM

Η ηλεκτροκίνηση αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στα πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα (βλ. Αθήνα και Θεσσαλονίκη όπου θα έπρεπε να δίδονται και τα σημαντικότερα οικονομικά κίνητρα για όσους κινούνται εντός του αστικού ιστού). Τα ηλεκτρικά οχήματα συμβάλλουν στη μείωση του θορύβου, ιδιαίτερα στις χαμηλές ταχύτητες που επικρατούν μέσα στις πόλεις, ενώ παράλληλα περιορίζουν τις άμεσες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) και άλλων ατμοσφαιρικών ρύπων από την εξάτμιση. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για περιοχές με αυξημένη κυκλοφοριακή συμφόρηση, όπου η ατμοσφαιρική ρύπανση επηρεάζει άμεσα τη δημόσια υγεία (παράγοντες οξειδωτικού στρές).

Επιπλέον, η χρήση συστημάτων ανάκτησης ενέργειας κατά την πέδηση μειώνει σημαντικά τη χρήση των συμβατικών φρένων. Ως αποτέλεσμα, περιορίζεται η παραγωγή μικροσωματιδίων που προέρχονται από τη φθορά των δίσκων και των τακακιών, ένα πρόβλημα που τα τελευταία χρόνια αναγνωρίζεται ως σημαντική πηγή ρύπανσης στις πόλεις.

Τα πρότυπα Euro 7 είναι τα πρώτα ευρωπαϊκά πρότυπα εκπομπών που δεν εστιάζουν μόνο στους ρύπους από την εξάτμιση, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις λεγόμενες μη εξατμιστικές εκπομπές (non-exhaust emissions).

Συγκεκριμένα:

  • Για πρώτη φορά θεσπίζονται όρια εκπομπών σωματιδίων από τα συστήματα πέδησης (φρένα). Η φθορά των τακακιών και των δίσκων παράγει μικροσωματίδια που επιβαρύνουν την ποιότητα του αέρα, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα.
  • Επίσης εισάγονται απαιτήσεις σχετικά με την τριβή και τη φθορά των ελαστικών, καθώς τα σωματίδια που αποδεσμεύονται από αυτά αποτελούν σημαντική πηγή μικροπλαστικών και αιωρούμενων σωματιδίων στο περιβάλλον.
  • Οι απαιτήσεις αυτές αφορούν όλα τα οχήματα, είτε είναι βενζινοκίνητα, πετρελαιοκίνητα, υβριδικά ή αμιγώς ηλεκτρικά.

Ωστόσο, η συζήτηση για την ηλεκτροκίνηση δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένα από τις υπόλοιπες παραμέτρους των μεταφορών και των υποδομών. Τα ηλεκτρικά οχήματα διαθέτουν μεγάλες μπαταρίες και, κατά κανόνα, έχουν μεγαλύτερη μάζα από αντίστοιχα συμβατικά οχήματα. Αυτό σημαίνει ότι σε ένα κακής ποιότητας οδικό δίκτυο οι αναρτήσεις, τα αμορτισέρ και γενικότερα τα μηχανικά μέρη καταπονούνται περισσότερο. Η κατάσταση των δρόμων, επομένως, δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα αλλά βασική προϋπόθεση για την αποδοτική και ασφαλή λειτουργία των οχημάτων αυτών. (είναι και οικονομικό το ζήτημα διότι όλα τα μηχανικά μέρη του αυτοκινήτου τα οποία αντικαθιστούνται λόγω βλάβης είναι εισαγόμενα)

Παράλληλα, η αυξημένη μάζα των ηλεκτρικών οχημάτων μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη φθορά των ελαστικών και συνεπώς σε αυξημένη εκπομπή μικροσωματιδίων από αυτά. Αν και η μειωμένη χρήση των φρένων περιορίζει έναν σημαντικό ρύπο, η φθορά των ελαστικών παραμένει ένα ζήτημα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον συνολικό περιβαλλοντικό απολογισμό της ηλεκτροκίνησης.

Για τον λόγο αυτό, η προώθηση της ηλεκτροκίνησης οφείλει να εντάσσεται σε έναν συνολικό σχεδιασμό που να περιλαμβάνει σύγχρονες υποδομές, σωστή συντήρηση του οδικού δικτύου, ανάπτυξη των δημόσιων συγκοινωνιών και επιστημονική αξιολόγηση όλων των περιβαλλοντικών παραμέτρων. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να υιοθετούνται πολιτικές που προβάλλουν μόνο τα πλεονεκτήματα μιας τεχνολογίας, χωρίς να αντιμετωπίζουν τις προϋποθέσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή της. (ας προστεθεί και η έλλειψη δημόσιου χώρου για φορτιστές-ίσως να μπορούσε να συνδυαστεί ένα πάρκο ανακύκλωσης μαζί με χώρους φόρτισης)

Στην Ελλάδα συχνά παρατηρείται το φαινόμενο σημαντικές αποφάσεις να λαμβάνονται αποσπασματικά, χωρίς τον αναγκαίο συνδυασμό πολιτικών και υποδομών. Η προώθηση της ηλεκτροκίνησης είναι θετική κατεύθυνση, αλλά όταν δεν συνοδεύεται από βελτίωση του οδικού δικτύου και συνολικό σχεδιασμό μεταφορών, δημιουργείται η εντύπωση ότι ορισμένες επιλογές υπακούουν περισσότερο στον επικοινωνιακό εντυπωσιασμό και στον λαϊκισμό παρά σε μια ολοκληρωμένη επιστημονική προσέγγιση. Η πραγματική βιωσιμότητα δεν προκύπτει από μεμονωμένα μέτρα, αλλά από τη συνεκτική εφαρμογή πολιτικών που λαμβάνουν υπόψη όλα τα δεδομένα και όλες τις συνέπειες.