Δε φθάνουν μόνον τα «εργαλεία», χρειάζεται και η γνώση

Γράφει ο Τραϊκούδης Χρήστος. Οικονομολόγος, προϊστάμενος εμπορικού τμήματος Α’ υλών εταιρείας ανακύκλωσης, Msc in politics & economics in S.E and Eastern Europe, UoM

Ο Πρόκλος, ερμηνεύοντας τον πλατωνικό διάλογο, χρησιμοποιεί ως παράδειγμα ( τον οικοδόμο ως γνώστη της τέχνης σε απευθείας σύγκριση με τον οικοδόμο που απλά είναι κάτοχος εργαλείων και εξαιτίας αυτού εσφαλμένα τον αποκαλούν οικοδόμο) για να καταδείξει τη διαφορά μεταξύ της ουσιαστικής γνώσης (επιστήμης) και της απλής κατοχής μέσων. Βασικά σημεία της πρόκλειας ερμηνείας:

  • Χτίστης = Τέχνη: Χτίστης είναι εκείνος που κατέχει την «οικοδομική τέχνη» (την τεχνική γνώση/λόγο), δηλαδή την επιστημονική γνώση του πώς να κατασκευάζει, και όχι εκείνος που απλώς τυχαίνει να κρατάει τα εργαλεία (σύνεργα) της οικοδομικής.

Η σκέψη του Πρόκλου, όπως αναπτύσσεται μέσα από την ερμηνεία των διαλόγων του Πλάτων, προσφέρει ένα ιδιαίτερα γόνιμο σχήμα για να κατανοήσουμε σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, όπως είναι η δυσκολία εφαρμογής των νόμων στην Ελλάδα. Η διάκριση ανάμεσα στον «αληθινό οικοδόμο», που κατέχει την τέχνη, και σε εκείνον που απλώς κρατά εργαλεία, μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρή μεταφορά για τη σχέση γνώσης, θεσμών και πρακτικής.

Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, συχνά παρατηρείται ένα φαινόμενο αντίστοιχο με αυτό που περιγράφει ο Πρόκλος: υπάρχει πληθώρα «εργαλείων»  όπως οι νόμοι, οι κανονισμοί, οι διοικητικοί μηχανισμοί χωρίς όμως την αντίστοιχη γνώση και παιδεία που θα επέτρεπε την ορθή εφαρμογή τους. Οι νόμοι λειτουργούν ως εξωτερικά μέσα και από μόνοι τους δεν αρκούν ή όπως απέδειξε η ιστορία δεν ήταν επαρκείς ως κείμενα χωρίς εφαρμογή. Όπως τα εργαλεία του οικοδόμου είναι άχρηστα χωρίς την τέχνη που καθοδηγεί τη χρήση τους, έτσι και οι νόμοι παραμένουν ανενεργοί ή εφαρμόζονται στρεβλά όταν δεν συνοδεύονται από βαθιά κατανόηση, επιστημονική κατάρτιση και καλλιεργημένη κρίση.

Το πρόβλημα εντείνεται από έναν τρόπο σκέψης που συχνά δεν επιβραβεύει επαρκώς τη γνώση. Σε αρκετές περιπτώσεις, δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη θέση, στην τυπική ιδιότητα ή ακόμη και στην κατοχή «μέσων» (τίτλων, εξουσίας, δικτύων), παρά στην ουσιαστική επάρκεια.

Έτσι, όπως ο «ψευδο-οικοδόμος» ονομάζεται οικοδόμος επειδή κρατά εργαλεία, έτσι και στη δημόσια ζωή μπορεί να αναγνωρίζονται ως «ειδικοί» άνθρωποι που δεν διαθέτουν την αντίστοιχη επιστημονική ή πρακτική γνώση. Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε δυσλειτουργίες, κακή εφαρμογή πολιτικών και τελικά σε έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται και η σημασία της διεπιστημονικής προσέγγισης. Τα σύγχρονα προβλήματα όπως η εφαρμογή των νόμων, η δημόσια διοίκηση ή η κοινωνική οργάνωση είναι πολυπαραγοντικά. Δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς από μία μόνο «τέχνη». Χρειάζονται τη συμβολή της νομικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας, της βιολογίας, της ιατρικής, της οικονομίας, της ψυχολογίας, ακόμη και της φιλοσοφίας. Η «τέχνη» εδώ δεν είναι μονοδιάστατη αλλά σύνθετη: απαιτεί συνδυασμό γνώσεων που αλληλοσυμπληρώνονται.

Ακριβώς όπως ο άριστος οικοδόμος δεν αρκείται σε μια μηχανική χρήση εργαλείων αλλά κατανοεί τις αρχές της κατασκευής, τα υλικά και τον σκοπό του έργου, έτσι και η αποτελεσματική χάραξη και εφαρμογή πολιτικής απαιτεί σύνθεση γνώσεων και όχι αποσπασματικές λύσεις.

Η διεπιστημονικότητα λειτουργεί ως η σύγχρονη «οικοδομική τέχνη»: δίνει ενότητα, κατεύθυνση και νόημα στα επιμέρους «εργαλεία».

Συμπερασματικά, η πρόκλεια διάκριση μεταξύ γνώσης και μέσων μας βοηθά να δούμε ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη νόμων, αλλά η έλλειψη ουσιαστικής γνώσης και παιδείας στη χρήση τους. Μια κοινωνία που επιθυμεί να λειτουργεί αποτελεσματικά οφείλει να επενδύει όχι μόνο στη δημιουργία εργαλείων, αλλά κυρίως στην καλλιέργεια ανθρώπων που γνωρίζουν πώς και γιατί να τα χρησιμοποιούν και μάλιστα μέσα από μια ευρεία, συνθετική και διεπιστημονική ματιά.