Ο «Χαβαλές» και η Απολιτίκ στάση

Γράφει ο Τραϊκούδης Χρήστος. Οικονομολόγος, προϊστάμενος εμπορικού τμήματος Α’ υλών εταιρείας ανακύκλωσης, Msc in politics & economics in S.E and Eastern Europe, UoM

Ο χαβαλές και η απολιτίκ στάση ως φαινόμενο, το οποίο μπορεί να έχει θετική αύξηση με θετικό οριακό βαθμό, έχει συζητηθεί γενικά στη δημόσια σφαίρα από ανθρώπους που αντιλαμβάνονται τις απειλές και τους κινδύνους τέτοιων συμπεριφορών.

Το φαινόμενο της αποθέωσης του χαβαλέ: μιας στάσης ζωής που εξυψώνει τη χιουμοριστική, ειρωνική ή και αδιάφορη αντιμετώπιση των πάντων. Ο «χαβαλές» έχει μετατραπεί από στιγμιαία εκτόνωση ή κοινωνικό εργαλείο, σε μόνιμη κοσμοθεωρία η οποία παράγει μεταξύ άλλων και λάθος πρότυπα σχετικά με το τί θεωρείται πετυχημένο ως στάση ζωής.

Η διαφορά βρίσκεται στο αν γελάς για να αποφύγεις να σκεφτείς ή αν γελάς επειδή έχεις ήδη σκεφτεί.

Πολλοί, κυρίως μέσω των social media, εκμεταλλεύονται τη διάχυτη ανάγκη του κοινού για γέλιο και «χαλαρότητα» και χτίζουν πάνω σ’ αυτό μια δημόσια εικόνα στρεβλή και αμφιλεγόμενη μέν αλλά αποδεκτή από μέρος του κοινού το οποίο τους παρακολουθεί δε γιατί προφανώς θέλει να τους μοιάσει. Παρουσιάζονται ως επιτυχημένοι, όχι επειδή προσφέρουν ουσιαστικό περιεχόμενο, αλλά επειδή έχουν μάθει να “πουλάνε χαβαλέ”.

Αυτό οδηγεί συχνά σε μια υποβάθμιση της αξίας της επιστημονικής γνώσης και της παιδείας. Άτομα με ακαδημαϊκή κατάρτιση ή κοινωνική προσφορά απαξιώνονται ως «σοβαροφανείς», «βαρετοί» ή «εκτός εποχής», ενώ αντίθετα, αυτοί που προβάλλουν επιφανειακό, εύπεπτο και ενίοτε χυδαίο περιεχόμενο αποθεώνονται. Το μοντέλο της επιτυχίας μετατοπίζεται από τη συστηματική δουλειά και τη σκέψη, στη φτήνια, την υπερβολή και τον εντυπωσιασμό. Φυσικά ουδεμία σχέση έχει και με τη σάτιρα αφού συνήθως αναφέρονται σε άνευ ουσίας ζητήματα πολύ επιφανειακά.

Η καπηλεία του χαβαλέ δεν είναι αθώα. Δεν έχει να κάνει με το χιούμορ ως μέσο ψυχαγωγίας ή αντίστασης. Είναι μια συνειδητή επιλογή επιρροής και χειραγώγησης, που απαξιώνει τη γνώση, ενισχύει τη δημαγωγία και επιβραβεύει το “τίποτα” ως πρότυπο. Αυτό το τίποτα το οποίο είναι βούτυρο στο ψωμί κάποιων οι οποίοι θέλουν να πλουτίσουν με το «τίποτα» δηλαδή χωρίς να παράγουν, να σκέφτονται και να έχουν κοινωνική παιδεία.

Τα άτομα που έχουν ροπή στο να εκθειάζουν τον χαβαλέ είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος με το σύστημα, το οποίο αποφεύγουν να το αλλάξουν με πράξεις, ως εκ τούτου θα ήθελαν είτε να ανήκουν σε αυτό στη χειρότερη του έκφανση, είτε να το αντικαταστήσουν με ένα άλλο χειρότερο.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι πως αυτή η εικόνα “χαλαρής επιτυχίας” συχνά απευθύνεται – ή και προσελκύει σκόπιμα – άτομα που επιλέγουν την ευκολία, την επιπολαιότητα, ή χειρότερα, έχουν ροπή στην εξαπάτηση ακόμη και τη βία λεκτική και σωματική.

 Όταν ο χαβαλές γίνεται αυτοσκοπός και κυρίαρχη μορφή έκφρασης, αποκτά πολιτισμική και κοινωνική σημασία. Συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την απολιτίκ στάση ενός τμήματος της κοινωνίας.

Η απολιτίκ στάση, δηλαδή η απόρριψη ή απαξίωση κάθε πολιτικής συμμετοχής ή προβληματισμού, συχνά καλύπτεται πίσω από τον μανδύα του «χαβαλέ». Πολλοί αντιμετωπίζουν τη δημόσια σφαίρα και τα κοινωνικά ζητήματα είτε με χλευασμό είτε με αδιαφορία. Το χιούμορ χρησιμοποιείται ως εργαλείο αποστασιοποίησης, και η ειρωνεία ως άμυνα απέναντι στην ευθύνη του πολίτη. Το αποτέλεσμα είναι η εδραίωση μιας κουλτούρας που ξεγλιστρά από την ανάγκη για δράση και σκέψη, υποκαθιστώντας την με την επιφανειακή αίσθηση «ότι όλα είναι για γέλια».

Η τάση αυτή, αν και φαινομενικά αθώα ή αστεία, έχει βαθιά πολιτικά χαρακτηριστικά.

Ο «χαβαλές» μπορεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο πολιτικής στάσης, ως τρόπος να αποφεύγει κανείς να πάρει θέση. Έτσι, προωθείται μια κουλτούρα αποχής, όπου η απάθεια μεταμφιέζεται σε «έξυπνη» ή «cool» συμπεριφορά. Το «δεν βαριέσαι», το «όλοι ίδιοι είναι» και το «δεν αλλάζει τίποτα» συνοδεύονται συχνά από γέλια και επιδερμική αντιμετώπιση της πραγματικότητας.

Ωστόσο, αυτή η αποθέωση του χαβαλέ είναι και πολιτική πράξη από μόνη της, αφού συμβάλλει στην αναπαραγωγή της αδράνειας. Δεν είναι λίγες οι φορές που, πίσω από το χιούμορ, κρύβεται μια βαθιά παραίτηση από την ιδιότητα του ενεργού πολίτη.

Που θα οδηγούσε τελικά μία κοινωνία η εξάπλωση μίας τέτοιας στάσης στην πλειονότητα κυρίως των νέων ανθρώπων;

Ευτυχώς υφίσταται πληθυσμός που δεν αρέσκεται σε τέτοιου είδους «χιούμορ» και αντιλαμβάνεται ότι αυτό δε μπορεί να έχει ευεργετικές συνέπειες για το σύνολο.