Γεωργία Τρούλη “Τα Lego”

Γεωργία Τρούλη, Τα Lego, εκδ. Θράκα, Λάρισα 2021.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΑ LEGO

Τα Lego της Γεωργίας Τρούλη, έρχονται ως συνέχεια μιας προσωπικής γλώσσας-γραφής που η ποιήτρια έχει κατακτήσει μέσα από τα εφτά ποιητικά της βιβλία, όλα ως κομμάτια-ενότητες που συνιστούν ήδη ένα ενιαίο ποιητικό σύμπαν.

Τα ποιήματα των Lego, γραμμένα σε μεγάλο μέρος με την μορφή πρόζας, μια ακατάπαυστη ροή ποιητικού λόγου στην οποία εναλλάσσονται συχνά συντακτικές ή σημασιολογικές υπερτονίσεις, παιχνίδια με τις λέξεις, σωρεία θραυσματικών εικόνων, προτάσεων, προσώπων, νοημάτων.

Ποιήματα-lego ενός ενιαίου χώρου που αποδομείται και επανασυντίθεται διαρκώς με την επιτακτική αναγκαιότητα του Είναι μέσα στον Κόσμο και του Κόσμου μέσα στο Είναι. Το Είναι που συστέλλεται και διαστέλλεται, που πάλλεται συνεχώς αιωρούμενο σε έναν στροβιλισμό χρωμάτων, κοσμογονικών γεγονότων, αγγιγμάτων, και λιμπιντικών παραισθήσεων, βαθιά ριζωμένων στην συνειδητοποίηση του τραγικής ανθρώπινης φύσης.

Χειμαρρώδης βιταλιστική γραφή, ρωγμή, σημείο οριακό που συνεχώς κινείται, αλλάζει θέσεις, μεταλλάσσεται, αναγεννιέται, ως πολύτιμο και μη αναγώγιμο αποτύπωμα μιας δημιουργού που βρίσκεται διαρκώς σε έναν διακριτικό παροξυσμό – μοντερνιστικό παράδειγμα γραφής που ορίζει και οριοθετεί το ύφος μια σύγχρονης, καίριας ποίησης.

Διαβάζεται ως εικόνα. Το εξώφυλλο και το σχέδιο του κολοφώνα της ιδίας. Τα Lego είναι ένα βιβλίο-αντικείμενο που βλέπεται, διαβάζεται, όμως κυρίως, λαμβάνει χώρα σε άνθρωπο. Απόρρητες αρχετυπικές αλήθειες ενός κατακερματισμένου σύγχρονου κόσμου κινούνται κάτω από το δέρμα, στη ροή της αδρεναλίνης.

Λέξη τη λέξη δομεί εν είδει lego την ποιητική τοπογραφία ενός ανυπότακτου κόσμου, του δικού της κόσμου, ξηλώνοντας στίχο στίχο τον ίδιο της τον εαυτό, για να τον ξαναβρεί όμως πάλι κάπου παρακάτω, σε μια συνεχόμενη περιδίνηση – αναζήτηση της εσωτερικής λειτουργίας του ποιητικού υποκειμένου, χρησιμοποιώντας τις λέξεις της ως ψυχαναλυτικά-ψυχοδυναμικά μέσα έκφρασης, με τον μαγικό τρόπο που κατέχει η καλή χρήση της γλώσσας να μεταγράφει το ατομικό σε συλλογικό, το συγκεκριμένο σε αφηρημένο, κατασκευάζοντας την ψυχολογία του χρόνου και την γεωγραφία του χώρου, το εδώ και το αλλού, το έξω και το μέσα με αυτή την έντονη εικαστική εικονοποιία.

Μιλώντας για την αισθητική έκφραση της ποίησής της, δημιουργεί εικονοποιία ως απόσταγμα της μνήμης, του έρωτα, του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Πολλά από τα ποιήματα προβάλουν σαν ζωγραφικοί πίνακες, άλλοτε εξπρεσιονιστικοί, αλλού με ψήγματα αυτόματης-υπερρεαλιστικής γραφής, σε λίγες περιπτώσεις με έναν ανεπαίσθητο νατουραλισμό.

Οι λέξεις της οδηγούν σε ζωγραφικές εκφράσεις κι ανάμεσά τους μια αρμονία, η απαλή μουσική, άλλοτε ως υπόκρουση κι άλλοτε ρητή, διατρέχει ως άξονας τους στίχους και τα νοήματα.

Γράφει για ένα «πέλμα αρπαχτικού – και για σπασουάρ μια φαρδιά ευρωζώνη».

Ύστερα χαμογελά εμφαντικά. Κατηφορίζει μαζί με τους αφανείς όλο και πιο βαθιά μέσα σε διαζώματα γεω/λογικών χρόνων. Όταν το έργο του Μετρό-Θεσσαλονίκης ολοκληρώνεται, οι ήρωές της εμφανίζονται. Το παιδί συνεχίζει να χαμογελά μέχρι που το χαμόγελό του γίνεται όλο μια ρωγμή σε ένα σώμα δίχως νερό. (Πόσος καιρός επέρασε από το νερό;) – πριν αφανιστεί ξανά, θα βρει τρόπο να συναρμολογήσει το δώρο-τρένο.

Η ποίησή της είναι ένα ευρύ πεδίο μέτρησης. Είναι μετρήσιμο –κι όμως ανυπολόγιστο πεδίο. Είναι στατιστική των λέξεων και των νοημάτων.

Η ποίησή της συναρμολογείται, αρμολογείται και μεταρμολογείται σαν μια καρδιά που χτυπά αδιάκοπα. Η ποίηση-σφυγμός ερμηνεύει μια ασφυκτική ομορφιά ζωής. Λέει, «Από τον ώμο έλεγαν θα γίνει η συναρμολόγηση / έκοψαν όλοι το ένα τους χέρι – δεν συμμορφώθηκαν / μείναν ολόκληροι».

Βρίσκει θαρρείς άνετα την θέση της μέσα στις λέξεις. Κι αναλαμβάνει ρόλους. Επιστρέφει πάντα με την αναπνοή. Η ποίησή της γράφει ένα δέντρο, ένα πουλί, έναν άνθρωπο. Τους τοποθετεί στον καμβά. Η κορνίζα είναι νερό. Νερό είναι χρόνος. Λέει, «Κανείς δεν ξεφεύγει από το νερό».

Η ποίησή της είναι μυαλό και ύλη – γι’ αυτό και είναι σώμα. Το σώμα της χωρίζεται σε διαζώματα. Το σώμα λειτουργεί συρταρωτά. Το σώμα είναι ο καιρός. Το σώμα της είναι χορός. «Κάποτε ερωτεύτηκε! Έβαλε την δεκαετία των 20 στο στήθος και των 30 στο πρόσωπο ντεκολτέ. Θα έπρεπε τώρα να μπει στη διαδικασία να σκεφτεί σε ποιο σημείο η λωρίδα συρτάρι των 60 χρόνων θα φαινόταν λιγότερο».

Εν κατακλείδι, τα Lego δημιουργούν κείμενο και περικείμενο, όπου κείμενο είναι οι αισθήσεις, τα νοήματα, το παιχνίδι με τις λέξεις και περικείμενο το κρουστό δέρμα που τα περιβάλει – δέρμα είναι ήλιος. Ήλιος είναι φως. Η ποιήτρια έρχεται με την εικόνα της κρυμμένη/φανερωμένη πίσω από το δέρμα. Θέλει από την αρχή και θέλει «πάλη».

Δεν γλιτώνει από τον εαυτό της γιατί κανείς δεν γλίτωσε, όμως αγγίζει τις λέξεις, κεραυνοβολεί με το βλέμμα – εκεί όπου ανατέλλει ένας απίθανος/πιθανός ήλιος. Δημιουργεί μια πόλη από lego. Εκεί όπου το τρεμάμενο σώμα της ποίησής της μας γνέφει χορευτικά. Θυμάται τον ουρανό. Χάνεται μέσα στο πλήθος. Ανασαίνει. Γυρίζει. Δεν επιστρέφει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ Θεσσαλονίκη 2021