Του Αλέξανδρου Σταματουλάκη*
Με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας του τσαγιού στις 21 Μαΐου
Η αρχή της χρήσης αυτού του φυτού χάνεται στην αχλή του μύθου. Γύρω στα 2737 π. Χ. λένε οι παλιές ιστορίες ο καλός αυτοκράτορας Σεν Νονγκ, Κινέζος, που είχε δώσει στο λαό του το άροτρο, για να καλλιεργεί τις αχανείς εκτάσεις της αυτοκρατορίας, κάτω από ένα δένδρο έβραζε λίγο νερό, για να το πιεί. Ξαφνικά φύσηξε ένα αεράκι κι ένα φύλλο από το δένδρο έπεσε μέσα στο δοχείο. Όταν ο αυτοκράτορας πήγε να πιεί, οι αυτοκρατορικές αισθήσεις έστειλαν στον αυτοκρατορικό εγκέφαλο ευχάριστα μηνύματα. Το νερό που έβραζε είχε αποκτήσει καταπληκτικό χρώμα, άρωμα και γεύση.
Από τότε εκατομμύρια άνθρωποι θα γίνουν φανατικοί οπαδοί της τεϊοποσίας. Το φυτό αποτέλεσε ένα ευχάριστο αφέψημα, αλλά χρησιμοποιήθηκε και ως γιατρικό. Ξεκούραζε, έπαιρνε τη νύστα και τους πόνους, χάριζε μακροζωία.
Χρησιμοποιήθηκε και ως θρησκευτικό μέσο. Μπροστά στο άγαλμα του Βούδα οι βουδιστές καλόγεροι περνούσαν από χέρι σε χέρι μια κούπα με τσάι, καθώς τους βοηθούσε χωρίς να νυστάζουν να ασκούνται στον πολύωρο διαλογισμό τους.
Αποτέλεσε επικερδές εμπορικό προϊόν. Εκατομμύρια εθνικά νομίσματα μπήκαν στις τσέπες των εμπόρων που εμπορεύονταν το τσάι.

Έγινε αίτιο πολεμικών συγκρούσεων. Όταν το εμπόριο της Μ. Βρετανίας έπαψε να είναι επικερδές με την Κίνα, τότε οι Εγγλέζοι προσπάθησαν -και το κατάφεραν- να προμηθεύονται πιο φτηνά το τσάι ανταλλάσοντάς το με όπιο, που αφθονούσε στις ανατολικές κτήσεις τους. Κάποια στιγμή η Κίνα απαγόρευσε τη χρήση του οπίου και καταδίκαζε σε θάνατο τους εμπόρους του. Έτσι ξεκίνησαν οι δύο πόλεμοι του οπίου -το τσάι ήταν η αφορμή- ανάμεσα στη Μ. Βρετανία και στην Κίνα. Ο πρώτος έγινε μεταξύ του 1839 και του 1842 και ο δεύτερος από το 1856 μέχρι το 1860. Η Κίνα νικήθηκε και αναγκάστηκε να δεχτεί το εμπόριο του οπίου και να παραχωρήσει στους Άγγλους το Χονγκ Κονγκ.
Ήταν ο σηματοδότης του πολέμου της Ανεξαρτησίας στην Αμερική. Όταν η Αγγλία επέβαλε νέους φόρους στους αποίκους, στην Αμερική, τότε στις 16 Δεκεμβρίου του 1773 αρκετοί κάτοικοι της Βοστώνης εξεγέρθηκαν κι ανεβαίνοντας σε τρία εγγλέζικα πλοία πέταξαν στη θάλασσα 343 κασόνια με 45 τόνους τσάι. Η αμερικάνικη επανάσταση άνοιγε τα φτερά της.
Έπαιξε ρόλο κινήτρου στην ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας. Καθώς οι εγγλέζικες αγορές διψούσαν για τσάι που έφτανε στα εγγλέζικα λιμάνια από τη νοτιοανατολική Ασία ύστερα από μακροχρόνια ταξίδια, ανακαλύφτηκε το κλίπερ, ένα ελαφρύ και γρήγορο ιστιοφόρο. Μάλιστα οι Εγγλέζοι έμποροι θέσπισαν βραβείο για το κλίπερ που θα έφθανε πρώτο στα λιμάνια της Αλβιόνας.
Προώθησε τις κοινωνικές συναναστροφές. Η δούκισσα του Μπέντφορντ καλούσε τις φίλες της, για να πιούν τσάι που συνοδευόταν από γλυκά και αλμυρά εδέσματα.
Καθώς το τσάι από πολύ νωρίς κατέκτησε τις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων, δεν μπορούσε ο μύθος να μην το συνδέσει με το θείο. Έτσι, ένας ινδικός μύθος λέει πως καθώς ο Μπόντι Ντάρμα, ο Βούδας, εννέα χρόνια καθόταν μπροστά σε έναν βράχο άυπνος νηστεύοντας, προσευχόμενος και διαλογιζόμενος, κάποια στιγμή μασούλησε τα φύλλα ενός διπλανού δένδρου. Αμέσως ένιωσε την πείνα και τη νύστα να υποχωρούν. Είχε ανακαλύψει τις θαυματουργικές ιδιότητες του τεϊόδενδρου. Συνέχισε να το πίνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Οι βουδιστές μοναχοί άρχισαν κι αυτοί να πίνουν τσάι, ενώ νηστεύουν, προσεύχονται, αγρυπνούν και διαλογίζονται.
Οι Γιαπωνέζοι έχουν μια πιο άγρια εκδοχή του παραπάνω μύθου: Ο Βούδας, ο Ινδός πρίγκιπας, δεν μπόρεσε να κρατήσει τον όρκο του για νηστεία, αγρύπνια, προσευχή και διαλογισμό. Κάποια στιγμή τον πήρε ο ύπνος και είδε όνειρα που αντανακλούσαν τις αδυναμίες της σάρκας. Όταν ξύπνησε, οργίστηκε με τον εαυτό του, έκοψε τα βλέφαρά του, για να μην ξανακοιμηθεί ποτέ και τα πέταξε στο χώμα.
Αυτά βλάστησαν και φύτρωσε το τεϊόδενδρο.
Στα μέσα του 8ου αιώνα ο κινέζος ποιητής Λου Γιου έγραψε ένα μεγάλο βιβλίο για το τσάι, το «Τσα Κινγκ», που αποτελείται από τρεις τόμους και δέκα κεφάλαια. Έγινε ο πρώτος θεωρητικός του τσαγιού και λατρεύτηκε σαν ημίθεος –
Τότε στο τσάι έδιναν τη μορφή φέτας κέικ. Κάτι σαν γαλέτα. Για να του δώσουν αυτή τη μορφή, έβραζαν τα φύλλα του στον ατμό, τα κοσκίνιζαν, τα έβαζαν στο γουδί και τα έβραζαν με ρύζι, τζίντζερ, αλάτι, φλούδα πορτοκαλιού, μπαχαρικά, γάλα και μερικοί έβαζαν και κρεμμύδι. Ο Λου Γιου απέρριψε όλα τα συστατικά εκτός από το αλάτι.
Πώς το παρασκεύαζαν; Όταν το νερό -όπως στο ουίσκι, έτσι κι εδώ, το νερό παίζει εξαιρετικό ρόλο- έπαιρνε μια βράση, έριχναν αλάτι. Ενώ συνέχιζαν να το βράζουν, έριχναν το τσάι-κέικ και λίγο αργότερα μια μεζούρα κρύο νερό, για να αναζωογονηθεί, όπως πίστευαν, το αφέψημα Το τέλειο θα ήταν να το σερβίρουν σε φλιτζάνι μπλε χρώματος. Αυτά γίνονταν στη δυναστεία των Τανγκ (618-907 μ.Χ.).
Στη δυναστεία των Σουνγκ (960 μ.Χ.-1279 μ.Χ. ) το τσάι-κέικ υποχώρησε. Τα φύλλα του τσαγιού αλέθονταν σε πέτρινο μύλο, γίνονταν σκόνη, το έβαζαν στο φλιτζάνι, έχυναν το ζεστό νερό και το χτυπούσαν με ένα λεπτό μπαμπουδένιο χτυπητήρι.
Οι βουδιστές μοναχοί που ακολούθησαν το ζεν στη νότια Κίνα το χρησιμοποιούσαν στις τελετουργίες τους, καθώς τους επέτρεπε να αντέχουν στον πολύωρο διαλογισμό τους.
Μ’ αυτή τη μορφή, τη σκόνη, το τσάι πέρασε και στην Ιαπωνία και φαίνεται πως η μαζική καλλιέργειά του ξεκίνησε από μοναχούς που το γνώρισαν στη Νότια Κίνα».
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημά του Αλέξανδρου Σταματουλάκη «Ο Μοναχικός Πολεμιστής δεν ήταν καθόλου μοναχικός τύπος» Σε ένα επόμενο τεύχος: Το τσάι στη χώρα των σαμουράι, οι δάσκαλοι του τσαγιού και η τελετή της τεϊοποσίας, η Τσα Να Γιου).

* Γιατρός, συγγραφέας, πρ. δήμαρχος Αμπελοκήπων, ραδιοτηλεοπτικός παραγωγός.























