Φιλική Εταιρία: ΕΝΤΟΛΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ – Υπόθεση Γαλάτη

Του Αλέξανδρου Σταματουλάκη*

Στα 1816 έφτασε στην Οδησσό ένας νέος από την Ιθάκη, ο Νικόλαος Γαλάτης (1792-1819).
Γοητευτικός, ξύπνιος, θρασύς, συμφεροντολόγος, ματαιόδοξος, χωρίς ηθικούς περιορισμούς. Ένας σωστός τυχοδιώκτης. Διέδιδε πως ήταν συγγενής του
Καποδίστρια, χωρίς φυσικά να είναι. Αυτό όμως τράβηξε την προσοχή του Σκουφά
που εκείνο τον καιρό έψαχνε για μια καλή μεταγραφή στη Φιλική Εταιρία (Φ.Ε.).
Υπέκυψε στη γοητεία του Γαλάτη κι όχι μόνο τον έκανε μέλος, αλλά τον έβαλε στην
Ανωτάτη Αρχή.
Ο Γαλάτης παμπόνηρος καθώς ήταν, κάθισε κι έγραψε ένα γράμμα στον
Καποδίστρια ζητώντας του να τον συναντήσει για κάτι πολύ σοβαρό. Ο τσάρος
συνέστησε στον υπουργό του να τον δεχτεί και να μάθει τι ακριβώς ήθελε ο νέος.
Έτσι ο Καποδίστριας κάλεσε το Γαλάτη στην Πετρούπολη. Ενθουσιάστηκε ο
Σκουφάς. Μέχρι τότε ο Καποδίστριας δεν ήθελε να συναντήσει εκπρόσωπο της Φ. Ε.
και να που τα κατάφερε ο νεοφερμένος. Εννοείται πως ο Γαλάτης μετά απ’ αυτό
έκανε τη σχετική λεζάντα γύρω από το άτομό του.

Εφοδιασμένος με ντοκουμέντα και χρήματα -προ παντός χρήματα- ο Γαλάτης
ξεκίνησε για τη συνάντηση περνώντας πρώτα από τη Μόσχα. Εκεί κέρδισε τις
εντυπώσεις στην ελληνική παροικία παρουσιαζόμενος ως κόμης. Μύησε στη Φ.Ε. τρανταχτά ονόματα παίρνοντας και μεγάλες εισφορές για τον αγώνα, τις οποίες
…ξέχασε να καταθέσει στο ταμείο.

Τελικά έφθασε στην Πετρούπολη και φορώντας τη στολή της Ιονίου εθνοφυλακής
εμφανίστηκε στον Καποδίστρια. Ο υπουργός του τσάρου ύστερα από την πρώτη
έκπληξη τον πέταξε έξω με τις κλωτσιές αποκαλώντας τον παράφρονα, αρνούμενος
να διαβάσει τα έγγραφα της Φ.Ε. και συστήνοντας στους εντολείς του -«ελεεινούς
εμποροϋπάλληλους» θα αποκαλέσει τους αρχηγούς της Φ. Ε. στα 1826- να
παρατήσουν κάθε επαναστατική προσπάθεια μέχρις που η Θεία Πρόνοια ευδοκήσει
άλλως (Δ. Κόκκινος). Ο τσάρος σύστησε στον υπουργό του να ξαναδεί το Γαλάτη και
να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε. Δεν πρόλαβε, γιατί η ρώσικη αστυνομία
(αρχηγός ο ελληνικής καταγωγής στρατηγός Γοργορής) συνέλαβε το Γαλάτη ως
ύποπτο συνωμότη. Επάνω του βρήκε όλα τα χαρτιά της Φ.Ε. που είχε μαζί του. Το
μυστικό έπαψε να αποτελεί μυστικό για τους Ρώσους. Βέβαια και ο Γαλάτης είχε
φροντίσει να κομπάζει δεξιά κι αριστερά -ακόμα και σε μια πόρνη- για τα
επαναστατικά σχέδια της Φ.Ε.

Ο Καποδίστριας αμέσως έτρεξε να μαζέψει το μυστικό που είχε φτάσει στα χέρια της αστυνομίας, γιατί σκεφτόταν πως αν το μάθαιναν οι Τούρκοι θα ξεσπούσαν σε αντίποινα πάνω στον ελληνικό πληθυσμό. Η σύλληψη έπρεπε να θεωρηθεί ως μη γενομένη. Ο τσάρος δέχτηκε την εισήγηση του υπουργού
του και απέλασαν στο Ιάσιο το Γαλάτη δίνοντάς του ρωσικό διαβατήριο. Ο νεαρός
φοβήθηκε πως υπήρχε σχέδιο δολοφονίας του, αλλά στη ρώσικη πρεσβεία όχι μόνο
τον υποδέχτηκαν με ευγένεια, αλλά και με εντολή του τσάρου του έδωσαν 5000
γρόσια. Ο Γαλάτης γεμάτος υπερηφάνεια διέδωσε παντού τη χρηματοδότησή του από
το αυτοκρατορικό ταμείο φροντίζοντας από στόμα σε στόμα να αυξάνεται το
χρηματικό ποσό που έλαβε. Συνέχισε δε απτόητος να μυεί μεγάλα ονόματα στη Φ.Ε.
εισπράττοντας -υπέρ της τσέπης του- σημαντικές εισφορές.

Ο Θεόδωρος Νέγρης ήταν ένας απ’ αυτούς, ο οποίος αργότερα ειδοποίησε την Ανωτάτη Αρχή στην Κωνσταντινούπολη πως ο Γαλάτης απειλούσε να τα «καρφώσει» όλα στους Τούρκους, επειδή για κάτι δυσαρεστήθηκε. Ήταν πια το 1818.

Ο Σκουφάς είχε πεθάνει, η Φ.Ε. άρχισε δειλά-δειλά να ανοίγει τα φτερά της και η
Ανωτάτη Αρχή έστειλε άνθρωπο να μαζέψει το Γαλάτη και να τον φέρει στην Πόλη,
για να τον έχουν υπό την εποπτεία τους. Έτσι κι έγινε, αλλά ο νεαρός από την Ιθάκη
δεν έλεγε να λογικευτεί. Μια μέρα έφτασε στο αποκορύφωμα. Ξεκίνησε έξαλλος να
πάει στο σπίτι του μυστικοσύμβουλου του Σουλτάνου και να τα φανερώσει όλα (!).
Στο δρόμο συνάντησε έναν συμπατριώτη του, καπετάνιο από την Ιθάκη. Χωρίς να
διστάσει του είπε τι πήγαινε να κάνει. Έντρομος ο άλλος ίδρωσε, για να τον πείσει να μην κάνει αυτό που σκεφτόταν.

Ο Γαλάτης μετάνιωσε. Πήγε στην Ανωτέρα Αρχή και τους τα μαρτύρησε όλα. Για το πού πήγαινε και τι σκεφτόταν να κάνει. Έφριξαν οι
αρχηγοί κι όταν τον ρώτησαν το γιατί, απάντησε πως είχε παράπονα γιατί δεν τον
εμπιστευόταν και δεν του είχαν δώσει να δει κάποια έγγραφα. Ο κόμπος είχε φτάσει
στο χτένι. Ο Γαλάτης γινόταν επικίνδυνος. Έπρεπε να φύγει από τη μέση.
Με δυσκολία έπεισαν το Γαλάτη να ταξιδέψει με καράβι για τη Μάνη μαζί με τον Τσακάλωφ και τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο. Σκόπευαν να τον παραδώσουν στον Μαυρομιχάλη ή στο Μούρτζινο, κοτζαμπάσηδες της περιοχής, για να τον κρατήσουν με έξοδα της Φ.Ε. μέχρι που να ξεσπάσει η επανάσταση. Στις Σπέτσες ο Γαλάτης άλλαξε γνώμη. Ήθελε να περάσουν πρώτα από την Τριπολιτσά, για να δει, έλεγε,
έναν παλιό του φίλο. Αυτό παραήταν ύποπτο. Αποφάσισαν να τον εξοντώσουν.
Έκαναν πως δέχτηκαν, αλλά του πρότειναν να πάνε πρώτα στην Ερμιόνη απέναντι,
για να δουν τις αρχαιότητες. Εκεί ο Τσακάλωφ έκανε νόημα στο Δημητρόπουλο, ο
οποίος πυροβόλησε πισώπλατα το Γαλάτη. Ο τελευταίος δεν έπεσε, αλλά τράβηξε το
σπαθί του. Έφαγε ένα δεύτερο βόλι. Έκανε ένα τέταρτο της ώρας, για να πεθάνει. Ενώ ψυχορραγούσε, ο Δημητρόπουλος γεμάτος δάκρυα του εξομολογήθηκε πως ήταν
υποχρεωμένος να το κάνει, για να «γλιτώσωμεν από την ανοικονόμητον κακίαν σου». (Φιλήμων).

Ήταν η πρώτη δολοφονία που διέταζε η Φ.Ε. Θα ακολουθούσε μία ακόμα, του Καμαρινού. Και θα ήταν η τελευταία. Οι Τούρκοι κάτι υποψιάστηκαν. Έμαθαν και ποιοι ήταν οι δολοφόνοι. Πήγαν και τους έψαχναν στου Πετρόμπεη. Αυτός όμως είχε προλάβει να τους φυγαδέψει. «Αυτοί οι άνθρωποι δε βρίσκονται στη Μάνη», τους είπε. (Ο Σκαρίμπας
υποψιαζόταν πως κάτι άλλο κρυβόταν πίσω από τη δολοφονία του Γαλάτη, αλλά από
όσα ξέρω, δε βρήκε αποδείξεις για το τι).

* Γιατρός, συγγραφέας, πρ. δήμαρχος Αμπελοκήπων, ραδιοτηλεοπτικός παραγωγός.