Γράφει ο Τραϊκούδης Χρήστος. Οικονομολόγος, προϊστάμενος εμπορικού τμήματος Α’ υλών εταιρείας ανακύκλωσης, Msc in politics & economics in S.E and Eastern Europe, UoM
Στην Ελλάδα δηλώνουμε συχνά και με έμφαση ότι αγαπάμε την πατρίδα μας. Η λέξη «φιλοπατρία» ακούγεται παντού όπως σε δημόσιους λόγους, σε επετείους, σε τηλεοπτικά πάνελ, στις καθημερινές συζητήσεις. Όμως αυτή η διακηρυγμένη αγάπη μοιάζει να συγκρούεται διαρκώς με την εικόνα της ίδιας της χώρας στην καθημερινότητα. Κακό-συντηρημένοι και επικίνδυνοι ενίοτε δρόμοι, (οι οποίοι δημιουργούν προβλήματα στα εισαγόμενα ανταλλακτικά των αυτοκινήτων) στενά και απροσπέλαστα πεζοδρόμια, άναρχη δόμηση χωρίς κανέναν σεβασμό στο περιβάλλον ή στον άνθρωπο, κτήρια με αισθητική που φανερώνει προχειρότητα και αδιαφορία. Όλα αυτά δύσκολα συνάδουν με μια κοινωνία που πραγματικά αγαπά τον τόπο της.
Είναι μία πικρή & σκληρή αλήθεια αυτή; Τί λέτε περί αυτού; Είναι η αγάπη μία αφηρημένη έννοια και αν όχι πώς γίνεται αντιληπτή;
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν σκεφτεί κανείς τα σκάνδαλα γύρω από ευρωπαϊκά κονδύλια. Πόροι που προορίζονταν για υποδομές, ποιότητα ζωής, βιώσιμη ανάπτυξη και καλύτερη καθημερινότητα χάθηκαν σε κακοδιαχείριση, πελατειακές σχέσεις και διαφθορά. Αν η αγάπη για την πατρίδα ήταν πράξη και όχι απλώς λόγος, αυτά τα χρήματα θα είχαν μεταφραστεί σε πόλεις πιο ανθρώπινες και σε περισσότερους δημόσιους χώρους με αισθητική.
Παράλληλα, ακούμε διαρκώς υποσχέσεις ότι «θα αλλάξουν μεγάλα πράγματα». Κάθε νέα αρχή συνοδεύεται από μεγαλόστομες δηλώσεις και υψηλές προσδοκίες. Ωστόσο, η επανάληψη των ίδιων προβλημάτων και η απουσία ουσιαστικών αλλαγών γεννά κούραση και δυσπιστία. Η αγάπη για την πατρίδα δεν αποδεικνύεται με συνθήματα ούτε με σημαίες μόνο στις γιορτές, αλλά με συνέπεια, ευθύνη και φροντίδα για τον κοινό χώρο και το κοινό μέλλον.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν αγαπάμε την πατρίδα, αλλά πώς την αγαπάμε καθώς και αν είμαστε διατεθειμένοι να μετατρέψουμε αυτή την αγάπη από λόγια σε καθημερινές, συλλογικές πράξεις.
Αυτές οι συλλογικές πράξεις πρέπει να είναι θεσμοθετημένες και αποδεκτές από την πλειοψηφία ώστε τυχόν αποκλίσεις από κάποιους να εξουδετερώνονται εν τη γενέσει τους. (έχουμε κάνει κάποια βήματα τα τελευταία χρόνια αλλά ο δρόμος είναι μακρύς και όχι εύκολος…)
Συνάμα, οι υποσχέσεις για «μεγάλες αλλαγές» ακούγονται κενές όταν δεν λύνονται ούτε τα βασικά της καθημερινότητας: δρόμοι, πεζοδρόμια, κοινόχρηστοι χώροι που χάνονται αντί να γίνονται πάρκα και χώροι άθλησης. Οι εκάστοτε εθνικές κυβερνήσεις καθώς και οι υπερεθνικοί σχηματισμοί πρέπει να εστιάσουν σε αυτό το κάπως αμφιλεγόμενο περιβάλλον και τις συνιστώσες οι οποίες το διατηρούν αμφίσημο.
Είναι σαν να μας διαβεβαιώνει κάποιος ότι μπορεί να λύσει ολοκληρώματα, ενώ αποτυγχάνει ακόμη και σε μια απλή εξίσωση πρώτου βαθμού με έναν άγνωστο.
Βέβαια, η διαχείριση ενός κράτους με ιστορία διακοσίων ετών δεν είναι μια εξίσωση πρώτου βαθμού. Πρόκειται για μια σαφώς πιο περίπλοκη διαδικασία, όπου στην Ελλάδα έχει να κάνει δυστυχώς με βαθιές παθογένειες και δομικά προβλήματα.
Δε γυρίζει έτσι εύκολα ο τροχός αλλά ένα ξεκίνημα από την επίλυση των μικρών προβλημάτων θα έθετε κάποιες βάσεις.
Ωστόσο, αυτή η πολυπλοκότητα δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη δικαιολογία, κυρίως για τη λύση καθημερινών προβλημάτων τα οποία σε άλλα κράτη λύνονται με αυτοματισμούς(ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο δεν θα επιτρέπει σε δήμους και περιφέρειες να αδιαφορούν-τις αιτίες της αδιαφορίας δε θα τις αναλύσουμε εδώ, ας μείνουμε στο δια ταύτα και σε εικόνες που βλέπουμε καθημερινά).
Ας λαμβάναμε κάποια παραδείγματα τέλος πάντων από την αλλοδαπή ως έτοιμες λύσεις(δεν είναι πυρηνική φυσική). Το κράτος οφείλει σταδιακά να ευθυγραμμιστεί με άλλα δυτικά κράτη, ώστε οι πολίτες να απολαμβάνουν μια καλύτερη καθημερινότητα και να μπορούν να εστιάζουν περισσότερο στην παραγωγικότητα της εργασίας τους, αντί να σπαταλούν χρόνο και ενέργεια προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν τη δυσλειτουργία ενός δημόσιου τομέα που, επί δεκαετίες, δεν λειτούργησε προληπτικά απέναντι στην ανομία.
Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης αποτελεί αναμφίβολα ένα θετικό και απαραίτητο βήμα. Ωστόσο, από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται μεγαλύτερη εμβάθυνση, αλλαγή νοοτροπίας, απλοποίηση διαδικασιών και ουσιαστικός έλεγχος, ώστε η τεχνολογία να γίνει εργαλείο πραγματικής εξυπηρέτησης του πολίτη και όχι απλώς ένα ψηφιακό περιτύλιγμα παλιών δυσλειτουργιών.
Οψόμεθα λοιπόν…

























