Νικόλας Χριστοφοράκης: «Στη δημιουργία δεν υπάρχει άγνωστο· υπάρχει γνωριμία»

Συνέντευξη του Νικόλα Χριστοφοράκη στον Νίκο Χιωτίνη

Ο Νικόλας Χριστοφοράκης μιλά για τους «Συνδαιτυμόνες», το τραπέζι ως τόπο μνήμης και σχέσης, τη ζωγραφική ως εμπειρία και την αναζήτηση του αναπόφευκτου έργου.

Στην ArteVisione – Nicos Chiotinis, όπου παρουσιάζεται έως τις 30 Μαΐου η ατομική έκθεση του Νικόλα Χριστοφοράκη «Συνδαιτυμόνες», ο επισκέπτης δεν συναντά απλώς μια σειρά έργων γύρω από το τραπέζι. Μπαίνει σε έναν χώρο όπου η εικόνα, το ίχνος και ο ήχος συνυπάρχουν σαν μέρη της ίδιας τελετουργίας. Το τραπέζι, καθημερινό και αρχέγονο μαζί, παύει να είναι απλό αντικείμενο γεύματος ή συνάντησης και γίνεται τόπος μνήμης, σχέσεων, προσφοράς, απουσίας και μεταμόρφωσης. Την εμπειρία συνοδεύει ο ηχητικός μανδύας «Invitation», μια πρωτότυπη σύνθεση του μουσικού και φίλου του, Αποστόλη Αρμάγου, δημιουργημένη αποκλειστικά για τους «Συνδαιτυμόνες» έπειτα από πρόσκληση του καλλιτέχνη. Ο ήχος δεν λειτουργεί ως εξωτερικό σχόλιο, αλλά σαν ακόμη ένας συνδαιτυμόνας: παρών, διακριτικός, υποβλητικός, μέσα στο ίδιο πεδίο συνάντησης. Μαζί με τα έργα είναι αναρτημένα διακριτικά κείμενα φίλων του καλλιτέχνη, που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή του να μοιραστούν στο κοινό τραπέζι σκέψεις και συναισθήματα που αναδύθηκαν μέσα από τη συνομιλία τους με τα έργα. Στη συζήτηση που ακολουθεί, ο καλλιτέχνης μιλά για τη ζωγραφική ως πράξη παρατήρησης, για τον θεατή ως ενεργό συνομιλητή και για μια έκθεση που δεν την αντιλαμβάνεται ως κατάληξη, αλλά ως αρχή.

Νικόλας Χριστοφοράκης

Μπαίνοντας στους «Συνδαιτυμόνες», αισθάνεται κανείς ότι το τραπέζι δεν είναι απλώς ένα θέμα που επιλέξατε, αλλά ένας τόπος όπου όλα δοκιμάζονται. Δεν είναι μόνο γεύμα, ούτε μόνο συνάντηση. Τι είναι, λοιπόν, για εσάς αυτό το τραπέζι;

Μιλάμε σίγουρα για έναν τόπο. Έναν οριοθετημένο χώρο όπου ό,τι τοποθετηθεί αποκτά νόημα και προκαλεί την προσοχή μας. Το αν θα γίνει τόπος φιλοξενίας ή τόπος δοκιμασίας δεν ορίζεται από τα αντικείμενα, αλλά από τη στάση και τις προθέσεις των συνδαιτυμόνων.

Άρα το τραπέζι δεν είναι ουδέτερο. Είναι μια σκηνή όπου αποκαλύπτεται η ποιότητα των σχέσεων. Στα έργα σας, όμως, οι άνθρωποι συχνά απουσιάζουν ή εμφανίζονται έμμεσα: με ίχνη, καρέκλες, πιάτα, πόδια, χειρονομίες. Γιατί δεν δείχνετε πάντα καθαρά τους ίδιους τους συνδαιτυμόνες;

Το ίχνος είναι το αποτέλεσμα μιας πράξης. Εκφράζει τον απόντα που υπήρξε και ενήργησε. Μπορεί να υπάρχει φυσική απουσία, αλλά το αποτέλεσμα κουβαλάει μια σημειολογία έτοιμη να παραδώσει — ή και να προδώσει — το ποιόν της νόησης που το παρήγαγε.

Η λέξη «προδώσει» έχει ιδιαίτερο βάρος. Στα έργα σας ο θεατής μοιάζει να μπαίνει αργά, όταν κάτι έχει ήδη συμβεί. Σας ενδιαφέρει η ζωγραφική ως αναπαράσταση μιας σκηνής ή ως ανάκριση μιας σκηνής;

Η κάθε εικόνα μπροστά στα μάτια μας είναι μια μαρτυρία. Κάθε τι που συναντά το βλέμμα μας, κάθε τι που συναντούν οι αισθήσεις μας — ένα λουλούδι, το φτερό ενός πουλιού, ένα φύλλο, ένα δάκρυ, ένα σώμα, χέρια που μοιάζουν με πρόσωπα, σιδερωμένα ρούχα, ένα κλωνάρι που λυγίζει — αποκαλύπτει κάτι που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Είναι εκδηλώσεις μιας αιτίας, μιας δύναμης που τα έβαλε σε κίνηση και τα διαμόρφωσε.

Η ανάγνωση γίνεται αντίστροφα, προς τα πίσω, για να ανακαλύψουμε και να κατανοήσουμε τι τα προκάλεσε. Όλα περιέχονται μέσα σε αυτό το τώρα και το εδώ. Ο θεατής έχει δουλειά να κάνει. Να μη του ξεφύγει τίποτα. Να βρει λύσεις και εμπόδια μέσα σε αυτή τη διαδικασία, μια διαδικασία μέσα στη σιωπή του. Μόνο η φωνή του βλέμματος. Και ποιος ξέρει, μπορεί να βρεθεί τυχερός και να συναντήσει τι και πόσο τον συνδέει όλο αυτό με βαθύτερες ανάγκες και εμπειρίες που έχει.

Άρα ζητάτε από τον θεατή κάτι δύσκολο: να μη σταθεί στην πρώτη εντύπωση, να μη δει απλώς «ένα τραπέζι», «μια καρέκλα», «ένα πιάτο», αλλά να μπει σε μια διαδικασία ανάγνωσης. Ζούμε όμως σε μια εποχή γρήγορης εικόνας, γρήγορης κατανάλωσης, γρήγορης εντύπωσης. Η ζωγραφική σας φαίνεται να απαιτεί αργό βλέμμα, σχεδόν ανακριτικό. Δεν φοβάστε ότι αυτός ο τρόπος θέασης έχει γίνει σήμερα πιο σπάνιος; Ή ακριβώς γι’ αυτό επιμένετε σε αυτόν;

Η μαγεία της εικόνας δεν έχει χαθεί. Αυτή η από καταβολής του ανθρώπου δυναμική διαδικασία, όπου ο άνθρωπος μαγεύεται, υποβάλλεται από αυτό που βλέπει και ο τρόπος που η εικόνα διαμορφώνει την αντίληψη που έχει για τον εαυτό του και για τον κόσμο, δεν έχει αλλάξει καθόλου. Κάποιες αντιδράσεις του και το βάθος μπορεί να έχουν επηρεαστεί, αλλά πάντα βρίσκεται κάτω από την επιρροή των εικόνων. Ακόμη και αυτών που έχει δημιουργήσει ο ίδιος μέσα στο μυαλό του.

Πιστεύω ότι τη διαφορά την κάνουν οι «μάγοι». Οι καλλιτέχνες, εν προκειμένω, και το κατά πόσο είναι ισχυρά τα «μαγικά φίλτρα» που χρησιμοποιούν για να επηρεάσουν τη σκέψη και τις αισθήσεις. Έχω μια ιδέα πάνω σε αυτά και θα ήθελα κάποια στιγμή να νιώσω ότι κατάφερα να πλησιάσω σε ένα τέτοιο επίπεδο, όπου ο θεατής να στέκεται, να μη φεύγει, να επανέρχεται, να μένουν εντυπώσεις και να ριζώνουν.

Μιλήσατε για τη μαγεία της εικόνας. Όμως η μαγεία μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί ως εντύπωση ή εφέ. Πού βρίσκεται για εσάς η διαφορά ανάμεσα στην εικόνα που αιφνιδιάζει ουσιαστικά και σε εκείνη που απλώς κερδίζει λίγα δευτερόλεπτα προσοχής;

Η τέχνη, σε όλες της τις μορφές, έπαιξε πάντα αυτόν τον ρόλο. Είναι ένας τρόπος να δημιουργείς εντυπώσεις. Κάποτε, όταν υπήρχε περισσότερος χώρος να ανακαλυφθεί και οι άνθρωποι διατηρούσαν ακόμη αθωότητα, οι απεικονίσεις των θεών, των δυνάμεων που γεννούσαν περιέργεια και δέος στις ψυχές των ανθρώπων, είχαν τον πρώτο ρόλο.

Σήμερα η ίδια η τέχνη ως μέσο είναι που μας ενδιαφέρει να κατακτήσουμε· το εργαλείο δηλαδή. Σήμερα η εντύπωση, το εφέ, το μέσο εντυπωσιασμού, είναι αυτό που λειτουργεί περισσότερο. Αυτό ενισχύει το γρήγορο βλέμμα των τριάντα δευτερολέπτων — και ίσως λέω πολύ. Το έργο σήμερα χρειάζεται να έχει ένα στοιχείο, αν όχι εντυπωσιασμού, πάντως αιφνιδιασμού. Να μπορεί να τραβήξει την προσοχή, αλλά να μη μείνει εκεί. Να έχει περιεχόμενο, ουσία να ανακαλυφθεί. Στο εύκολο δεν ξαναεπιστρέφεις.

Ακούγοντάς σας, καταλαβαίνω ότι δεν θέλετε ένα έργο που εξηγείται αμέσως. Θέλετε να αντιστέκεται λίγο, να κρατά κάτι κρυμμένο. Σας ενδιαφέρει αυτή η αντίσταση του έργου; Να μη δίνει αμέσως όλα τα κλειδιά του;

Ο θεατής είναι μια δραστήρια συνθήκη. Δεν είναι παθητικός δέκτης. Οι αισθήσεις υπάρχουν για να λειτουργούν, να βρίσκονται σε εγρήγορση. Το έργο οφείλει να παράγει το ερέθισμα της προσοχής, αλλά και να εξάπτει την περιέργεια.

Ό,τι είναι εύκολα κατανοητό εγκαταλείπεται γρήγορα. Το έργο οφείλει να σου δίνει τα εργαλεία για να το ξεκλειδώσεις, αλλά να τα έχει κρυμμένα. Να πρέπει να τα ανακαλύψεις. Να είναι εμπειρία για τον θεατή.

Αν όμως ο καλλιτέχνης αποφασίσει από πού θα ξεκλειδωθεί το έργο, δεν κινδυνεύει να καθοδηγήσει υπερβολικά τον θεατή;

Αν βάλω το δικό μου «θέλω να το ξεκλειδώσεις από εδώ ή από εκεί», νιώθω ότι υπάρχει συγκεκριμένη καθοδήγηση στο αποτέλεσμα που υποτίθεται ότι θέλω ή επιδιώκω να έχει ο θεατής. Αυτό περιορίζει τη σχέση του έργου με τον επισκέπτη. Θέλω μια ελευθερία στην προσέγγιση, ώστε ο αναγνώστης να γίνει δημιουργός της εμπειρίας του. Μέσα από τις καταβολές του να βρει κάτι από αυτό που ο ίδιος κατέχει, αλλά είτε το έχει ξεχάσει είτε δεν το έχει συναντήσει ακόμη. Ακόμη κι αν αυτό είναι μια διαφορετική ανάγνωση ενός ήδη γνωστού θέματος.

Στη δημιουργία σκέφτεστε τον θεατή;

Στη διαδικασία της δημιουργίας του έργου δεν σκέφτομαι τον θεατή. Ακολουθώ τη δική μου διαδικασία εμπειρίας, επικοινωνίας και διαλόγου με τα μέσα που διαθέτω για να συνθέσω. Ο θεατής μπαίνει μόνο τη στιγμή που θέλω να έχω μια τίμια σχέση μαζί του. Όταν βάλω το φαγητό στο πιάτο, να είναι, αν γίνεται, θρεπτικό. Να ερεθίζει τους γευστικούς κάλυκες. Να είναι μια εμπειρία που να τη μνημονεύει και να θέλει να επιστρέψει να την ξαναγευτεί.

Τι σημαίνει «τίμια σχέση» με τον θεατή;

Δεν με ενδιαφέρει το κενό ή το εύκολα καταναλώσιμο. Με ενδιαφέρει αυτό που έχει ουσία. Θέλω θρέψη. Και όσο πιο ποιοτική είναι αυτή, τόσο το καλύτερο.

Ποιος όμως κρίνει αν ένα έργο έχει αυτή τη θρεπτική ποιότητα; Ο καλλιτέχνης; Ο θεατής; Ο χρόνος;

Η τέχνη χρησιμοποιήθηκε συχνά για να διασκεδάζει — ενδιαφέρουσα λέξη, γιατί εμπεριέχει και την έννοια της διάλυσης, εν προκειμένω ίσως το να διαλύει τους φόβους και τις ανησυχίες του νου και της ψυχής. Θα άλλαζα όμως εδώ τη λέξη: πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε για να διακοσμεί χωρίς να προβληματίζει, να γίνεται ευχαρίστηση.

Από την άλλη, η ουσιαστική τέχνη απαντά σε ερωτήματα που τίθενται εντός της. Δεν τα εφευρίσκει αυθαίρετα ο καλλιτέχνης· τα δανείζεται από την κοινωνία. Τα κάνει βάσανο, εμπειρία, και ψάχνει μια έξοδο, μια κάθαρση. Παρατηρώ πρώτα εμένα. Οι άλλοι είναι μια άλλη εμπειρία. Εκεί συνήθως εκπλήσσομαι. Συμβαίνουν και πράγματα που δεν τα περιμένω.

Μου είπατε πριν ότι παρατηρείτε πρώτα τον εαυτό σας. Στους «Συνδαιτυμόνες», αυτή η αυτοπαρατήρηση πού σας οδήγησε; Τι ήταν αυτό που έπρεπε πρώτα να δείτε σε εσάς για να μπορέσουν να γεννηθούν αυτά τα έργα;

Να καταφέρω να φτάσω μέχρι τα εγκαίνια. Και να τιμήσω τον μικρό Νικόλα, που κουβάλησε όλο τον πόνο της παιδικής του ηλικίας με γενναιότητα, χωρίς να ξέρει πώς να το φέρει σε πέρας. Για να παραδώσει σε εμένα αργότερα την ευκαιρία να τον στηρίξω. Και να του δείξω ότι όλα μέσα στη διαδικασία της δημιουργίας είναι ωραία. Όλα τα συναισθήματα έχουν λόγο ύπαρξης. Όλα είναι μέσα στη φύση. Το άγνωστο τρομάζει. Στη δημιουργία δεν υπάρχει άγνωστο· υπάρχει γνωριμία.

Αυτό που λέτε είναι βαθιά προσωπικό. Όμως τα έργα δεν λειτουργούν σαν ημερολόγιο ή σαν εξομολόγηση. Πώς μετατρέπεται το προσωπικό βίωμα σε ζωγραφική χωρίς να μείνει ιδιωτική ιστορία; Πότε κάτι δικό σας αρχίζει να αφορά και τον άλλον;

Νομίζω όταν δεν γίνεται αυτοαναφορικό. Όταν δεν γίνεται ευκαιρία για να αναδείξω το πρόσωπό μου, αλλά τρόπος να κατανοήσω μια αλήθεια μέσα από το κοινό βίωμα. Να δω τι είναι αυτό που, ενώ ξεκινά από μένα, μπορεί να αφορά και άλλους.

Βλέποντας αυτή τη διαδρομή από το ίχνος προς τη μνήμη και από την απουσία προς την προσφορά, αναρωτιέμαι: οι «Συνδαιτυμόνες» είναι για εσάς περισσότερο μια πράξη συμφιλίωσης ή μια πράξη αποκάλυψης; Ή αυτά τα δύο συμβαίνουν μαζί;

Συμβαίνουν παράλληλα όλα μαζί. Δημιουργούν μια πλέξη στο νήμα της ιστορίας. Υπάρχει η επιθυμία να είμαι ένα όλο. Η συμφιλίωση ενώνει τα κομμάτια, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει τα κενά.

Στη ζωγραφική σας, όμως, αυτή η επιθυμία για ολότητα δεν εμφανίζεται ήρεμα. Περνά μέσα από ένταση, παραμόρφωση, σύγκρουση. Γιατί η ολότητα περνά μέσα από την ένταση;

Ήδη στο ερώτημα υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στην ηρεμία και στην ένταση, σαν να θεωρούμε ότι πρέπει να διαλέξουμε — και μάλιστα ρέπουμε προς την ηρεμία. Αυτό από μόνο του είναι συγκρουσιακό. Το καλό και το κακό. Η ηρεμία έρχεται από τη συμφιλίωση με την ιδέα ότι η ένταση είναι μέρος της φύσης και της δημιουργίας. Κραυγή έχει η γέννα. Κραυγή και ο θάνατος, η απώλεια. Ο έρωτας είναι φωτιά.

Μιλώντας για φωτιά, γέννα, θάνατο, απώλεια, έρωτα, το τραπέζι αρχίζει να μοιάζει με κάτι περισσότερο από κοινωνικό έπιπλο. Σαν να γίνεται σκηνή τελετουργίας. Υπάρχει στα έργα σας αυτή η διάσταση;

Όλα είναι τελετουργίες, μικρές ή μεγάλες. Το τραπέζι είναι βωμός, αλλά και ο βωμός τραπέζι. Στον οριοθετημένο αυτόν τόπο, ό,τι βάλεις επάνω αποκτά νόημα και αξία.

Νομίζω ότι χρειάζονται τουλάχιστον δύο για να συλλάβει ο ανθρώπινος νους την έννοια του τραπεζιού. Είναι τόπος συναλλαγής και συνδιαλλαγής, μοιράσματος και προσφοράς. Μετουσίωση μιας αξίας σε κάτι άλλο.

Αν λοιπόν το τραπέζι χρειάζεται τουλάχιστον δύο για να υπάρξει ως έννοια, τότε μιλάμε αναπόφευκτα για σχέση. Είναι για εσάς ένας τόπος όπου οι άνθρωποι συναντιούνται ή ένας τόπος όπου αποκαλύπτεται αν μπορούν πραγματικά να συναντηθούν;

Αυτό θα το αφήσω να το εξετάσουν και να το ανακαλύψουν οι ίδιοι οι Συνδαιτυμόνες μας.

Έχοντας μπροστά μας αυτή τη δουλειά, θα περίμενε ίσως κανείς να μιλήσετε για έναν σταθμό ή για το κλείσιμο ενός κύκλου. Εσείς πώς τη νιώθετε; Είναι ένα τέλος, μια κορύφωση, ή κάτι άλλο; Ως κάτι που τώρα ξεκινάει.

Όταν λέτε “κάτι που τώρα ξεκινάει”, τι ακριβώς ξεκινά; Μια νέα περίοδος ζωγραφικής, μια άλλη σχέση με τον εαυτό σας, μια νέα θέση μέσα στο καλλιτεχνικό πεδίο; Ή όλα αυτά δεν διαχωρίζονται;

Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ όλων αυτών. Είναι αλληλένδετα. Είναι το ον που δηλώνει την ύπαρξή του.

Η φράση “το ον που δηλώνει την ύπαρξή του” ακούγεται σχεδόν σαν καθαρή δήλωση παρουσίας. Υπάρχει μέσα σε αυτήν και μια ανάγκη αναγνώρισης; Να ειπωθεί, πρώτα απ’ όλα, “είμαι εδώ”;

Πρωτίστως στον εαυτό μου. Αμέσως μετά στους ανθρώπους που με ενδιαφέρουν άμεσα. Και μετά στον κόσμο όλο.

Και τι ήταν αυτό που έπρεπε να ωριμάσει για να ακουστεί αυτή η δήλωση χωρίς να μοιάζει βιαστική; Ήταν θέμα χρόνου, συνθηκών, ζωγραφικής γλώσσας, προσωπικής ετοιμότητας;

Θα απαντήσω πλάγια. Πρόσφατα, όταν άνθισαν κάποια λουλούδια στην αυλή μου, αναρωτήθηκα: γνωρίζει ο νάρκισσος ότι είναι νάρκισσος πριν ανθίσει; Είμαι στο άνθος της ηλικίας μου. Πριν, ίσως ήμουν ένας σπόρος που κοιμόταν μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες.

Αν οι «Συνδαιτυμόνες» είναι άνθιση και όχι απολογισμός, τότε το βλέμμα πηγαίνει αναγκαστικά προς τα μπροστά. Τι ζητάτε από εδώ και πέρα;

Να συνεχίσω να ανθίζω χωρίς να εξηγούμαι. Από εκεί και πέρα, το έργο θα επιτελέσει τον σκοπό του.

Ας φανταστούμε τώρα έναν άνθρωπο που μπαίνει στην έκθεση χωρίς να ξέρει τίποτα για εσάς. Δεν έχει διαβάσει κείμενα, δεν γνωρίζει την ιστορία, δεν έχει προκαταλήψεις. Είναι μόνος απέναντι στα έργα. Τι θα θέλατε να του συμβεί; Όχι τι να καταλάβει — τι να του συμβεί.

Έλεγα πάντα στους μαθητές μου: ένα έργο του Ρέμπραντ μας συγκλονίζει επειδή είναι συγκλονιστικό ή επειδή ξέρουμε ότι είναι του Ρέμπραντ; Θα είχαμε την ικανότητα, αν δεν γνωρίζαμε το όνομα, να νιώσουμε το έργο, όποιος κι αν το είχε κάνει, και να πούμε με ειλικρίνεια ότι είναι καλό, ότι μας αφορά, ότι μας συγκινεί; Αυτό απαιτεί ειλικρίνεια και καλή σχέση με τον εαυτό μας.

Θα ήθελα ο θεατής να σταθεί καθαρός. Να αφήσει τον εαυτό του ανοιχτό, να ακούσει τους ήχους του έργου, να μη βιαστεί να ζητήσει νόημα, εξήγηση ή ερμηνεία. Να δώσει χρόνο. Να παρατηρήσει πώς αντιδρά το σώμα του και να το ακούσει με σοβαρότητα. Πού ξέρεις; Μπορεί να προκύψει εκείνη η συγκίνηση που είναι μεταδοτική σαν το γέλιο.

Μιλήσατε πριν για τους μαθητές σας, και αυτό ανοίγει μια άλλη πλευρά σας: τον ζωγράφο που ταυτόχρονα εκπαιδεύει βλέμματα. Τι σας έχει μάθει η διδασκαλία για τη ζωγραφική; Όχι μόνο τι μαθαίνετε στους άλλους, αλλά τι σας επιστρέφουν εκείνοι.

Να είσαι ταπεινός υπηρέτης της ανάγκης, αλλά και σοβαρός απέναντι στην αυθαιρεσία.

Η λέξη “αυθαιρεσία” είναι μεγάλη και κάπως επικίνδυνη σήμερα, σε μια εποχή όπου όλα περνούν γρήγορα. Τι σημαίνει για εσάς να στέκεται κανείς σοβαρά απέναντι στην αυθαιρεσία;

Μιλώ για τη σοβαρότητα που απαιτείται απέναντι στον ρόλο του καλλιτέχνηδημιουργού και της τέχνης μέσα στην κοινωνία. Η τέχνη μπορεί να θεραπεύει, αλλά μπορεί και να βλάψει. Υπάρχουν έργα και στάσεις που υπηρετούν τη ζωή και από εκεί παίρνουν την αξία τους. Αυτά έχουν διάρκεια. Υπάρχουν όμως και πρακτικές που υπηρετούν κυρίως το φαίνεσθαι.

Ό,τι είναι αυθεντικό λύνει ένα πρόβλημα της ζωής ή τουλάχιστον με αυτό ασχολείται.

Τα άλλα είναι για να εξυπηρετήσουμε μικροσυμφέροντα με μεγάλα κέρδη.

Περισσότερα προβλήματα δημιουργούν παρά βοηθούν.

Με αυτή την έννοια, νιώθετε ότι η σειρά των «Συνδαιτυμόνων» κατάφερε να λειτουργήσει έτσι; Ότι δεν έμεινε μόνο στη μορφή ή στην πρόθεση, αλλά μπόρεσε πράγματι να συνομιλήσει με ένα ζήτημα ζωής;

Έχω κάνει και πιο χαριτωμένα έργα. Γνωρίζω τη διαφορά των ζητημάτων. Παρ’ όλα αυτά, εύχομαι το έργο να μπορέσει να υπηρετήσει τον σκοπό του. Για παράδειγμα, σε αυτή τη σειρά έργων ένιωσα ότι ξεπεράστηκαν οι προσδοκίες μου. Τα έργα λειτούργησαν και ο κόσμος συνομίλησε μαζί τους.

Αυτή την ερώτηση θα μπορούσα ίσως να την απαντήσω μετά από μια επόμενη ατομική, εφόσον δω ότι υπάρχει συνέχεια και συνέπεια. Ξέρω πάντως ότι θα προσπαθήσω.

Αν αφήσουμε για λίγο το τραπέζι ως θέμα και κοιτάξουμε βαθύτερα τη διαδικασία, τι θέλετε να πάρετε μαζί σας από αυτή την έκθεση στο επόμενο σώμα δουλειάς; Ποια κατάκτηση δεν θέλετε να χαθεί;

Όλα αυτά, λίγο ως πολύ, τα κουβαλάω πια μέσα μου. Αυτό όμως που με κινητοποιεί περισσότερο, αυτό που έμαθα σε αυτή την περίοδο, είναι ότι ο στόχος δεν είναι το έργο να είναι απλώς καλό. Είναι να είναι αναπόφευκτο. Αυτό αναζητώ πλέον.

Δεν ξέρω αν θα το καταφέρω, αλλά απέκτησα μια φιλοδοξία — σε εισαγωγικά. Θέλω να το γνωρίσω.

Όταν λέτε «αναπόφευκτο έργο», τι εννοείτε ακριβώς; Είναι αναπόφευκτο επειδή γεννιέται από εσωτερική ανάγκη; Επειδή όλα μέσα του — σύνθεση, χρώμα, μορφή, ένταση, σιωπή — μοιάζουν να έχουν βρει τη μόνη δυνατή θέση τους; Επειδή δεν μπορείς να το αφαιρέσεις από τη μνήμη σου αφού το δεις; Ή επειδή, όταν ολοκληρωθεί, νιώθεις ότι δεν το έφτιαξες απλώς εσύ, αλλά ότι το έργο σε ανάγκασε να το φέρεις στον κόσμο;

Δεν το έχω γνωρίσει ακόμη αρκετά για να μπορώ να το περιγράψω. Θα έλεγα ψέματα. Έχω μια αίσθηση, αλλά είναι ακόμη αίσθηση. Δεν έχει σχήμα, δεν έχει μορφή. Πιστεύω όμως ότι αυτή η αναζήτηση θα με διαμορφώσει σε κάτι άλλο από αυτό που νομίζω ότι είμαι τώρα. Μοιάζει με Άγιο Δισκοπότηρο. Έχει σίγουρα να κάνει με μια αλήθεια. Θέλω να πιστεύω ότι θα απαντήσω με το έργο.

Μετά την πρώτη επαφή του κόσμου με τους «Συνδαιτυμόνες», αισθάνεστε ότι πρέπει να κινηθείτε πιο αποφασιστικά προς τα έξω; Προς ανθρώπους, θεσμούς, συλλέκτες, επιμελητές;

Θα ήθελα να μεγαλώσω την παρέα γύρω από το τραπέζι μου. Να έχω περισσότερους καλεσμένους. Δεν βιάζομαι. Πιστεύω στις καλές σχέσεις. Στις σχέσεις ενδιαφέροντος.

Μου αρέσει αυτή η εικόνα της παρέας γύρω από το τραπέζι, γιατί δεν μιλά για ψυχρή δικτύωση. Πώς ξεχωρίζετε, λοιπόν, έναν πραγματικό συνδαιτυμόνα του έργου σας από έναν απλό επισκέπτη;

Θα υπάρξουν και οι επισκέπτες. Έχω γνωρίσει αρκετούς τέτοιους. Αυτοί ευτυχώς φεύγουν γρήγορα. Οι σχέσεις που με ενδιαφέρουν έχουν φροντίδα και εμπιστοσύνη, άσχετα από τις όποιες δυσκολίες. Υπάρχει πρόθεση και συνδημιουργία. Είναι κι αυτό μια μορφή τέχνης.

Και πώς μπορεί να μεγαλώσει αυτή η παρέα χωρίς να χαθεί η ποιότητα της συνάντησης; Πώς χτίζεται ένα τραπέζι που χωρά περισσότερους ανθρώπους, αλλά δεν χάνει τη φροντίδα, την εμπιστοσύνη και την πρόθεση;

Όλα χτίζονται… Μαζί.

Θέλω επίσης να ευχαριστήσω από καρδιάς την Άννυ Παπαδάτου για την αγάπη, την επιμονή και τη γενναιοδωρία με τις οποίες στάθηκε κοντά μου σε αυτή τη διαδρομή. Η παρουσία της είναι για μένα πολύτιμη: στήριγμα, καθρέφτης και ουσιαστική ανθρώπινη παρουσία.