Λεξιλόγιο, Συντακτικό, Γραμματική και Ξενόγλωσση Εκπαιδευτική Διαδικασία

Γράφει ο Παναγιώτης Γρηγοριάδης*

Ξένες γλώσσες: μια κάθε άλλο παρά εύκολη διδακτική διαδικασία

Η διδακτική της ξένης γλώσσας κατέχει κεντρική θέση στην έρευνα της γλωσσολογίας. Η μεταλαμπάδευση μιας οποιασδήποτε γλώσσας αποτελεί σύνθετη διαδικασία που απαιτεί σχεδιασμό, στόχευση και αξιολόγηση. Κάθε διδακτική επιλογή οφείλει να βασίζεται σε συγκεκριμένους στόχους, να δικαιολογείται ως προς την αποτελεσματικότητά της και να αναπροσαρμόζεται όταν παρίσταται ανάγκη. Η αναπροσαρμογή των διδακτικών μεθόδων αποκτά ιδιαίτερη σημασία και αυξάνει το βαθμό δυσκολίας για την έγκαιρη και επαρκή κάλυψη της προβλεπόμενης διδακτέας ύλης μέσα σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο προσανατολίζεται κατά βάση προς τις προαγωγικές εξετάσεις και αφήνει πολύ στενά περιθώρια στους εκπαιδευτικούς για ευελιξία.

Όπως κάθε επιστημονικό πεδίο, έτσι και η διδακτική της ξένης γλώσσας διαθέτει τη δική της ορολογία. Έννοιες όπως η αυτόνομη μάθηση, η μαθητοκεντρική διδασκαλία και οι μεταγνωστικές δεξιότητες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά ολόκληρης της ξενόγλωσσης εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η αυτόνομη μάθηση, βασικό στοιχείο της μαθητοκεντρικής διδασκαλίας, ενθαρρύνει το μαθητή να ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο αφομοιώνει τη γνώση αποτελεσματικότερα. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι μεταγνωστικές δεξιότητες, οι οποίες βοηθούν το μαθητή να κατανοεί όχι μόνο τι μαθαίνει, αλλά και γιατί. Μόνο όταν ο μαθητής συνειδητοποιήσει πως όλα όσα μαθαίνει εξυπηρετούν συγκεκριμένους διδακτικούς στόχους θα αποκτήσει κίνητρο και ουσιαστικό ενδιαφέρον για μάθηση και θα δύναται να αξιολογεί ρεαλιστικά την πρόοδό του.

Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς για τις γλώσσες (Common European Framework of Reference): ο οδηγός δασκάλων και μαθητών

Σημαντικό ρόλο στο διδακτικό σχεδιασμό παίζουν τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (Α.Π.Σ.) και το Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς για τις Γλώσσες (Κ.Ε.Π.Α.Γ.), το οποίο παρέχει σαφή καθοδήγηση ως προς τα επίπεδα γλωσσομάθειας και τους στόχους τους. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως το Κ.Ε.Π.Α.Γ. συνέβαλε στην ενδυνάμωση των σχέσεων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) λίγο πριν τη συμπλήρωση της πρώτης δεκαετίας από την ίδρυση αυτής.

Στο επίκεντρο της ξενόγλωσσης εκπαιδευτικής διαδικασίας βρίσκονται τρεις βασικοί πυλώνες: το λεξιλόγιο, το συντακτικό και η γραμματική. Στην πράξη, ωστόσο, είναι δύσκολο να καλυφθούν ισότιμα και οι τρεις μέσα σε μία διδακτική ώρα διαρκείας 45-60 λεπτών.

Προτεραιότητα είθισται να δίνεται στο λεξιλόγιο και ο λόγος δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι χωρίς βασικό λεξιλόγιο δεν είναι δυνατή η στοιχειώδης επικοινωνία. Ένας μαθητής που γνωρίζει τις κατάλληλες λέξεις μπορεί, έστω και ατελώς, να γίνει κατανοητός σε καθημερινές περιστάσεις και να αποκτήσει μια πρώτη εξοικείωση με τη χρήση της γλώσσας.

Ακολουθεί το συντακτικό, δηλαδή η ικανότητα τοποθέτησης των λέξεων στη σωστή σειρά. Η σωστή σύνταξη επιτρέπει το σχηματισμό κατανοητών προτάσεων και αποτρέπει παρανοήσεις, συμβάλλοντας έτσι στην κατά το δυνατόν καλύτερη ποιοτικά επικοινωνία.

Η γραμματική, όπως δείχνει η εμπειρία, διδάσκεται κυρίως λειτουργικά στο πλαίσιο της απόκτησης βασικών επικοινωνιακών δεξιοτήτων. Η εμβάθυνση σε επιμέρους κανόνες και εξαιρέσεις γίνεται συνήθως για την εξυπηρέτηση ειδικότερων στόχων, όπως είναι οι πιστοποιήσεις γλωσσομάθειας.

Η παραπάνω ιεράρχηση δεν αποτελεί ιδανική προσέγγιση, αλλά συχνά είναι μονόδρομος. Σε περιβάλλοντα όπως τα Κέντρα Ξένων Γλωσσών (Κ.Ξ.Γ.) επιδιώκεται θεωρητικά μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ λεξιλογίου, συντακτικού και γραμματικής, καθώς όλα συμβάλλουν στην επιτυχία του μαθητή στις εξετάσεις γλωσσομάθειας. Το πρόβλημα εδώ όμως είναι ότι οι διοικητικές διαδικασίες και οι απαιτήσεις που αυτές συνεπάγονται περιορίζουν την ξενόγλωσση διδασκαλία σε συγκεκριμένα μονοπάτια που συχνά αντιτίθενται στο μαθητοκεντρικό και -στο βαθμό του δυνατού- εξατομικευμένο χαρακτήρα της.

Σε κάθε περίπτωση, καθοριστικός παράγοντας παραμένει η συνειδητή ενασχόληση του μαθητή με τη γλώσσα. Η σαφής κατανόηση του στόχου της μάθησης αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχία. Χωρίς αυτήν, ακόμα και η πιο καλά οργανωμένη διδασκαλία έχει μεγάλες πιθανότητες να μην τελεσφορήσει. Προσωπική εκτίμηση είναι ότι, με την αγαστή συνεργασία δασκάλων και μαθητών, το επιθυμητό αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει παρά τα όποια συγκυριακά εμπόδια. Αυτά τα εμπόδια μπορούν να είναι είτε εξωγενή, όπως η έντονη προσκόλληση του εκπαιδευτικού συστήματος στην προετοιμασία για τις εξετάσεις, είτε ενδογενή, όπως η ύπαρξη μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες / ιδιαιτερότητες που χρήζουν λεπτεπίλεπτων χειρισμών.

*Ο Παναγιώτης Γρηγοριάδης είναι καθηγητής Γερμανικών και υποψήφιος διδάκτωρ του Α.Π.Θ.