Πιστοποιητικά Γλωσσομάθειας: Απόλυτη Εγγύηση Γλωσσομάθειας;

Γράφει ο Παναγιώτης Γρηγοριάδης*

Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς για τις Γλώσσες, εγκεκριμένο από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 2001

Το 2001 αποτέλεσε σημαντικό ορόσημο για τη γλωσσική εκπαίδευση στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), καθώς ψηφίστηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης το Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς για τις Γλώσσες (Κ.Ε.Π.Α.Γ.). Για πρώτη φορά επιχειρήθηκε μια ενιαία περιγραφή των επιπέδων γλωσσομάθειας, ώστε όλοι οι πολίτες της Ε.Ε., ανεξάρτητα από την καταγωγή και τη μητρική γλώσσα τους, να αξιολογούνται στη βάση κοινών κριτηρίων. Κάτι τέτοιο σε εκείνη τη φάση ήταν πέρα ως πέρα αναγκαίο. Η αυξανόμενη κινητικότητα πληθυσμών, η εν εξελίξει τότε ακόμα ενοποίηση της Ευρώπης και η διεθνής αγορά εργασίας κατέστησαν επιτακτική ανάγκη τη δημιουργία ενός κοινού γλωσσικού χάρτη.

Στο επίκεντρο του Κ.Ε.Π.Α.Γ. βρίσκονται έξι επίπεδα γλωσσομάθειας, συγκεκριμένα: α) Α1 και Α2 για το βασικό χρήστη, β) Β1 και Β2 για τον ανεξάρτητο χρήστη και γ) Γ1 και Γ2 για τον ικανό χρήστη. Η κατάκτηση αυτών των επιπέδων αποτυπώνεται στα πιστοποιητικά γλωσσομάθειας, τα οποία προκύπτουν ύστερα από εξετάσεις που αξιολογούν τέσσερις βασικές δεξιότητες, οι οποίες είναι: α) αναγνωστική κατανόηση, β) ακουστική κατανόηση, γ) παραγωγή γραπτού λόγου και δ) παραγωγή προφορικού λόγου. Τα πιστοποιητικά αυτά αποτελούν στις μέρες μας συχνά απαραίτητη προϋπόθεση για τη μόνιμη διαμονή στο εξωτερικό, είτε αυτή αφορά σπουδές είτε εργασία. Μπορούν όμως να αποτυπώσουν 100% το επίπεδο γλωσσομάθειας κάποιου; Η εμπειρία δείχνει ότι αυτός δεν είναι ο απόλυτος κανόνας. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες το επίπεδο που αναγράφεται σε οποιοδήποτε πιστοποιητικό δεν ταυτίζεται πλήρως με την ουσιαστική γλωσσική επάρκεια του κατόχου του. Γι’ αυτό ευθύνεται πολλάκις η γλωσσική διδασκαλία ως διαδικασία, η οποία επικεντρώνεται αποκλειστικά στην επιτυχία των εξετάσεων και όχι στη βαθύτερη καλλιέργεια της γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας. Με άλλα λόγια, τα πιστοποιητικά γλωσσομάθειας λογίζονται μεν δικαίως ως δείκτης γλωσσικής επάρκειας, αλλά η τελική και πραγματική αξία τους καθορίζεται από το αν και κατά πόσο αυτή έχει διασφαλιστεί εμπράκτως.

Ξενόγλωσσος εκπαιδευτικός, ο ρυθμιστής και συντονιστής της ξενόγλωσσης εκπαιδευτικής διαδικασίας

Άρα τι πρέπει να γίνει; Να απαξιωθούν τα πιστοποιητικά γλωσσομάθειας; Να μην υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης και η αξιολόγηση του γλωσσικού επιπέδου να βασίζεται σχεδόν κατά αποκλειστικότητα στην κρίση του εκάστοτε ξενόγλωσσου εκπαιδευτικού; Για να είμαστε ειλικρινείς, το να χαρακτηρίζεται κάποιος ως καλός, μέτριος ή κακός χρήστης της γλώσσας στη βάση μιας εξέτασης λίγων ωρών δεν είναι πάντοτε δίκαιο. Η ξενόγλωσση εκπαιδευτική διαδικασία πρέπει να επικαιροποιηθεί και αυτό είναι εφικτό μόνο μέσα από την κατάλληλη -για τα σημερινά δεδομένα- αξιοποίηση των εργαλείων που έχουμε στη διάθεσή μας οι ξενόγλωσσοι εκπαιδευτικοί για να οδηγήσουμε τους μαθητές μας στην επίτευξη των γλωσσικών στόχων τους. Η εκμάθηση μιας γλώσσας πρέπει να ξεκινά από συνειδητές βλέψεις και ρεαλιστικές προσδοκίες. Όταν το επίκεντρο μετατοπίζεται από την απόκτηση του πιστοποιητικού γλωσσομάθειας στην ουσιαστική επικοινωνία, τότε το πρώτο προκύπτει ως φυσικό επακόλουθο και δε μετατρέπεται σε αυτοσκοπό.

Ο ξενόγλωσσος εκπαιδευτικός καλείται να επιτελεί το ρόλο του συντονιστή της μαθησιακής διαδικασίας χωρίς όμως να γίνεται αυθεντία. Και αυτή είναι μια ιδιαιτέρως λεπτή γραμμή που χρήζει προσοχής, καθώς μέσα από την παιδαγωγική του προσέγγιση -πρέπει να- βοηθά τους μαθητές να αναπτύσσουν μεταγνωστικές δεξιότητες, προκειμένου να δύνανται να κατανοούν τι, πώς και γιατί μαθαίνουν όσα μαθαίνουν στο πλαίσιο της γλωσσικής εκπαίδευσής τους. Σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από υψηλή πολιτισμική ποικιλομορφία, ο ξενόγλωσσος εκπαιδευτικός λειτουργεί μεταξύ άλλων ως γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα σε διαφορετικές γλωσσικές και πολιτισμικές πραγματικότητες. Η πολυγλωσσία αποτελεί στον αιώνα που διανύουμε βασικό στοιχείο ένταξης, αφομοίωσης και ανέλιξης. Ωστόσο, καμία πιστοποίηση δεν μπορεί από μόνη της να εγγυηθεί την εις βάθος γνώση μιας γλώσσας. Το πιστοποιητικό αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν συνοδεύεται από ουσιαστική ικανότητα επικοινωνίας, κατανόησης και πολιτισμικής επίγνωσης. Δεν είναι το χαρτί που καταξιώνει τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος που δικαιώνει το χαρτί. Σε τελική ανάλυση, η γλώσσα δεν είναι απλώς ένας τίτλος σπουδών, αλλά ένα ζωντανό μέσο για την καλύτερη γνωριμία με τον εαυτό μας και την ουσιαστικότερη σύνδεσή μας με τους άλλους.

Παναγιώτης Γρηγοριάδης είναι καθηγητής Γερμανικών και υποψήφιος διδάκτωρ του Α.Π.Θ.