«Η Άλλη Θάλασσα» Ομαδική εικαστική έκθεση στο Ναυτικό Μουσείο Σκιάθου

ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ 

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ: ΔΗΜΟΣ  ΣΚΙΑΘΟΥ

Επιμέλεια: Ίρις Κρητικού

Εγκαίνια: Κυριακή 19 Ιουνίου 2022 στις 12.00

Διάρκεια: Ιούνιος-Οκτώβριος 2022

«…Απ΄ τον τόπο που ΄ρθα εγώ, ξεύρουν ν΄ αγαπούν…» 

Η έκθεση «Η Άλλη Θάλασσα», πραγματοποιείται σε επετειακή διοργάνωση του Δήμου Σκιάθου με τη συμμετοχή σαράντα διακεκριμένων εικαστικών, στο Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης Σκιάθου, διαδεχόμενη τη συγκινητική έκθεση «Πρώτη Σημαία», που παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 2021 στη Μονή Ευαγγελισμού στο νησί, με αφορμή τη συμπλήρωση 200 ετών από την έναρξη του Αγώνα για την Ελληνική Ανεξαρτησία.

Ως ελάχιστος φόρος τιμής στην Επέτειο Μνήμης των 100 ετών από τη Μικρασιατική Καταστροφή, σχεδιάστηκε μια ομαδική εικαστική και συμβολική εγκατάσταση, βασισμένη σε ένα αληθινό ιστορικό γεγονός: την  καθολική φυγή των κατοίκων της Αγίας Παρασκευής του Τσεσμέ, λίγο πριν τα τραγικά γεγονότα του 1922.

Σώζοντας πλήθος ανθρώπων και διαφεύγοντας και οι ίδιοι με τα περίφημα αλιευτικά πλοία τους λίγο πριν την καταστροφή, αναζήτησαν μια νέα πατρίδα στη Σκιάθο. 

Ο κύριος όγκος των έργων της «Άλλης Θάλασσας», παρουσιάζεται στο εσωτερικό του μουσείου, ανάμεσα στα μόνιμα εκθέματα, ενώ κάποιες μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις υποδέχονται στον προαύλιο χώρο τον θεατή.

Τα περισσότερα από τα έργα, που με ελάχιστες πολύτιμες αρχειακές εξαιρέσεις υλοποιήθηκαν σχεδόν όλα για τις ανάγκες της παρούσας έκθεσης, αφορούν σε τρισδιάστατες και δισδιάστατες απεικονίσεις συμβόλων μνήμης της άλλης θάλασσας  ή πλωτών μέσων (ψαράδικων και άλλων μικρών πλοίων) που αποτέλεσαν τον τρόπο μετάβασης και διάσωσης από την Αγία Παρασκευή.

Και ταυτόχρονα, τον τρόπο και το βασικό μέσο επιβίωσης από την επόμενη ημέρα. Πεδίο αναφοράς τους η φυσική και συμβολική έννοια της σωτήριας πλεύσης στην Άλλη Θάλασσα. Και του περάσματος από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ στη Σκιάθο. Από τη πρώτη στη νέα πατρίδα.

Τα έργα που συνθέτουν τον αφηγηματικό ιστό της έκθεσης, υλοποιήθηκαν προκειμένου να εγκατασταθούν στον εσωτερικό χώρο του Μουσείου, ανάμεσα στα μόνιμα εκθέματα. Συνομιλώντας έτσι με σεβασμό και οπτική συνέπεια με τα ιστορικά συμβάντα που επηρέασαν την ιστορία και τον πληθυσμό του νησιού.

Ακόμη, με τα κειμήλια και τις παλιές φωτογραφίες, με τις οικογενειακές αφηγήσεις και με την άσβεστη μνήμη των Μικρασιατών της Σκιάθου.

Τέλος, με τις κυριολεκτικές και τις μεταφορικές συντεταγμένες, με τα κυριολεκτικά και τα μεταφορικά βάθη της Άλλης Θάλασσας της ζωής τους. Μιας Άλλης Θάλασσας που την κολύμπησε στους στίχους του ο Σεφέρης, μιας Άλλης Θάλασσας που τη νοστάλγησε το ύστατο βλέμμα του Αγγελόπουλου. Μιας Άλλης Θάλασσας που την έτρεψαν σε νέο, συναρπαστικό βιωμένο αφήγημα και ολόδική τους υπόθεση αγάπης και μνήμης οι συμμετέχοντες στο εγχείρημα ετούτο εικαστικοί.

«Μια βάρκα που την λένε Αγία Παρασκευή, πλέει προς Σκιάθο…Φέρνει μαζί της μιαν άλλη, απέραντη, ζώσα και κυματώδη θάλασσα. Παράκτια μικρασιατικά τοπία, αγγεία με απεικονίσεις ψαράδων σε συμβολική διαχρονία, εγκαυστικές εικόνες μιας όχθης χαμένης, τραγούδια της θάλασσας επάνω σε ξεβρασμένα από το κύμα συρτάρια, μνήμη Εφέσου και αρχαίου χώματος. Οικογενειακά κασελάκια ζωγραφισμένα με προικιά και ντυμένα με τάματα, κεντημένες ιστορίες περιπλάνησης, αιωρούμενα ανεμολόγια από μαργαριτάρια και χάντρες, σκαριά από μπρούντζο, ξύλο, χαρτί, λαμαρίνα, καλάμι, σύρμα και άχυρο – οχήματα ελευθερίας που πλέουν για Σκιάθο. Μεταξωτά συμπιλήματα μνήμης, ιστορίες μετάβασης και στιγμές πιασμένες στα δίχτυα, μνήμες πλεύσεις βαμμένες στο χέρι και κατασκευασμένες με ευρήματα από παλιό ταρσανά. Κελύφη γλυπτά από τιμόνι και σίδερο, φιγούρες ανθρώπων σε νεύμα αποχαιρετισμού, φλεγόμενες μήτρες ή σκαριά χωρίς πρύμνη, ρυθμικά θαλασσινά τσουρμαρίσματα και καλάδες. Ίχνη προσφύγων και ονείρων χαραγμένα στο χαρτί, θαλασσινούς αγίους και πονετικές κόρες Σκιαθίτισσες, φωτεινά εικονοστάσια μνήμης, θαλασσινούς κόμπους περιπέτειας και απαντοχής, φορτία προσφύγων βαμμένα λευκά – πλέοντα σε σκοτεινή άβυσσο, δοκίμια σκαριών ιστορημένα με τον τρόπο της αγιογραφίας, περιφορές ενός συμβολικού επιταφίου Μεγάλης ή Αγίας Παρασκευής. Παλαιούς δίσκους με τοπία του Κιόστε και της Αντιγόνης των Πριγκηπόννησων, το τσερνίκι «Φώκαια» του πρώτου διωγμού και το ιστιοφόρο εμπορικό «Αγία Παρασκευή», που αρμένιζε στο ανατολικό Αιγαίο – πολύτιμα μοντέλα σκαριών από σφένδαμο και πυξάρι, το Ταλιάνι ζωγραφισμένο σε παλαιό ταμπλά και τα τσανάκια του Αιγαίου. Πολύτιμα αφιερώματα στην Παναγιά Θαλασσομαχούσα, κατασκευασμένα με κεντίδια, ιερατικά υφάσματα και παλαιά κειμήλια, χράμια με πρόσφυγες και λουόμενους υφασμένους στον αργαλειό με νήμα και βότσαλα, ασπρόρουχα διασωσμένα από καταποντισμένα ερμάρια, πολύτιμες κεντημένες βάρκες – προσευχητάρια και άλλες με οικείους χάρτινους ίσκιους, πήλινους μπόγους φορτωμένους με τα τραυματισμένα ιερά και τα όσια σε αναμονή αναγέννησης. Δαντελωτές μυρωμένες πλωτές προσευχές με ζουμπούλια Κιουτάχειας από κουκούλια και μετάξι, καλά φυλαγμένα κλειδιά των σπιτιών που έμειναν πίσω, φουστανάκια – μποτίλιες στο πέλαγο, γαζωμένα με οικογενειακές φωτογραφίες και αληθινά παραμύθια του γλυτωμού, υφασμένα στον αργαλειό της συλλογικής μνήμης», σημειώνει η Ίρις Κρητικού στον κατάλογο της έκθεσης.              

Στην έκθεση συμμετέχουν:

Νίκος Ακρίβος, Νεκτάριος Αποσπόρης, Άννα Αχιλλέως, Ειρήνη Βογιατζή, Κική Βουλγαρέλη, Μάριος Βουτσινάς, Μαίρη Γαλάνη-Κρητικού, Μαρία Γέρουλα, Μάρκος Γεωργιλάκης, Νεκταρία Γιακμογλίδου, Κρίστι Γρηγορίου, Παναγιώτης Δαραμάρας, Μαρία Διακοδημητρίου, Σταυρούλα Καζιάλε, Νίκος Καλαφάτης, Ελπινίκη Καμόσου, Κατερίνα Κασσαβέτη, Βασιλική Κολιπέτσα, Κωνσταντίνος Κουτούμπας, Νίκος Λεοντόπουλος, Λυδία Μαργαρώνη, Μηνάς Μαυρικάκης, Δημήτρης Μοράρος, Μάνος Μπατζόλης, Ρούλη Μπούα, Γιώργος Μπουζούνης, Βαγγέλης Πολύζος, Μιχάλης Σακαλής, Γιώργος Σαλταφέρος, Ζωή Σεκλειζιώτη, Ιφιγένεια Σδούκου, Χρήστος Στανίσης, Μαρίνα Στελλάτου, Ιωάννα Τερλίδου, Νίκος Τριανταφύλλου, Θεοδώρα Τσιάτσιου, Αγάπη Φεσατίδου-Ψαρράκη, Κυριακή Χριστακοπούλου, και παραδοσιακά εργαστήρια του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου.

Η έκθεση τελεί σε διοργάνωση του Δήμου Σκιάθου, με την υποστήριξη της Περιφέρειας Θεσσαλίας

Με αφορμή την έκθεση εκδόθηκε και κυκλοφορεί ομότιτλο λεύκωμα σε σχεδιασμό του Νίκου Λεοντόπουλου και κείμενα των:

Θοδωρή Τζούμα, Δημάρχου Σκιάθου, Μαρίας-Ελένης Βερβέρη, Πρόεδρου  Μικρασιατών Σκιάθου και Ίριδος Κρητικού, Ιστορικού Τέχνης και επιμελήτριας της έκθεσης.

Στο πλαίσιο της έκθεσης προγραμματίζονται παράλληλες δράσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα. 

Ιστορικό Αναγνωστικό Παράρτημα

Η παραθαλάσσια Αγία Παρασκευή ή Κιόστε (σημερινό Dalyan) στη χερσόνησο της Ερυθραίας, βρισκόταν σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων βορειότερα από τον Τσεσμέ. Το όνομα Κιόστε – κιόσκι, συνδέεται με το γεγονός ότι η Αγία Παρασκευή υπήρξε ο τόπος αναψυχής του Τσεσμέ. Τρεις εκκλησίες χώριζαν το χωριό σε αντίστοιχες ενορίες, μία εξ αυτών και η Αγία Παρασκευή από όπου και το όνομα του τόπου. Με αμιγή ελληνικό πληθυσμό 5.000 κατοίκων, η Αγία Παρασκευή ήταν το σπουδαιότερο καπετανοχώρι της Ερυθραίας, με περισσότερα από 300 αλιευτικά πλοιάρια, που έφταναν μέχρι την Αδριατική – ένα χωριό μοναδικό για τον αλιευτικό στόλο του και τα υψηλά ετήσια εισοδήματα σε χρυσές λίρες εκ της αλιείας. Με τράτες και ανεμότρατες σπάνιες ή και ανύπαρκτες για την υπόλοιπη Μικρά Ασία και την Ελλάδα, με ψαροπούλες και καΐκια, οι κάτοικοι του χωριού ήταν ξακουστοί για τις επιτυχίες και τις γνώσεις τους στη ναυτοσύνη και την ψαρική τέχνη. Κι όταν οι τουρκικές ορδές επιτέθηκαν στους Έλληνες της Μικράς Ασίας, τα αλιευτικά της Ερυθραίας μεταφέροντας όσους μπορούσαν, έσωσαν χιλιάδες κόσμου από βέβαιο θάνατο. Τα θύματα από τα χωριά εκείνα στον διωγμό του 1922 ήταν ελάχιστα καθώς όλοι έφυγαν έγκαιρα. Με εξαίρεση έναν ιερωμένο που έμεινε πίσω και που οι Τούρκοι τον σκότωσαν στο ιερό, καθώς δεν θέλησε να εγκαταλείψει την εκκλησιά του.

Το γεγονός ότι η περιοχή ήταν γνωστή στους αλιείς της Αγίας Παρασκευής και του Τσεσμέ ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, εξηγεί τον λόγο που τόσοι πρόσφυγες από την ευρύτερη περιοχή της Ερυθραίας, επέλεξαν τη Σκιάθο. Το νησί εκείνο που έμοιαζε αρκετά με το δικό τους χωριό (ακόμη και η χαρακτηριστική χερσόνησος με το όνομα Μπούρτζι υπήρχε και στα δύο μέρη), ήταν δημοφιλής ψαρότοπος (όπως βεβαίως και η Καβάλα ή η Νέα Μηχανιώνα όπου πολλοί άλλοι επίσης κατέφυγαν). Προσπαθώντας να συνεχίσουν τη ζωή τους μετά τον διωγμό, οι θρυλικοί τρατάρηδες αναζήτησαν τις γνώριμές τους καλάδες – τα θαλασσινά περάσματα, καθιστώντας σταδιακά τη Σκιάθο μεγάλο αλιευτικό κέντρο της περιοχής και μεταφέροντας ευλαβικά εκεί και τις δικές τους παραδόσεις, τα δικά τους ήθη και έθιμα. Από το σύνολο των προσφύγων που έφτασαν στο νησί, ένα 60% ήταν από το Κιόστε, ένα ποσοστό 30% προερχόταν από τον Τσεσμέ και ένα 10% από χωριά του Μαρμαρά.

Η θέληση των Μικρασιατών της Ερυθραίας να ξανασταθούν στα πόδια τους, αποδείχθηκε καταλυτική για τη νέα αρχή τους στη Σκιάθο. Σύντομα η ισχυρή κοινότητα που δημιουργήθηκε στο νησί, διεκδίκησε μια καινούρια ζωή, διατηρώντας παράλληλα ως σήμερα άθικτη την πέρα μνήμη. Τα τραγούδια και τα οικογενειακά κειμήλια, οι φωτογραφίες και οι αναλλοίωτες γεύσεις ή ακόμη, οι συγκινητικές μικρασιατικές ονομασίες που εξακολουθούμε ως σήμερα να συναντούμε σε μερικά από τα αλιευτικά σκάφη του νησιού, μαρτυρούν την ακατάλυτη δύναμη των δεσμών ανάμεσα στην αξέχαστη και τη νέα πατρίδα. 

Από το ανεκτίμητο για τις ποικίλες πληροφορίες του και ογκώδες βιβλίο του νεαρού κάποτε πρόσφυγα Γιάννη Αικατερίνη με τίτλο «Χαμένες πατρίδες, το χωριό μας η Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ (το Κιόστε) 1760-1922», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1984, μαθαίνουμε πως η Αγία Παρασκευή, προτού εγκαταλειφθεί οριστικά το 1922, δοκιμάστηκε ήδη το 1914. Οι πρώτοι διωγμοί υποχρέωσαν τους κατοίκους της να αφήσουν προσωρινά την πατρίδα τους και να κατευθυνθούν στη Χίο και τη Σκιάθο. Κάποιοι εγκαταστάθηκαν έκτοτε εκεί. Αλλά ακόμη και εκείνοι που επέστρεψαν, έφυγαν το 1922 οριστικά. Στη Σκιάθο, την Καβάλα, τη Νέα Μηχανιώνα, τη Θεσσαλονίκη (Νέα Κρήνη), την Αλεξανδρούπολη, τον Βόλο, τη Χαλκίδα και τον Πειραιά, εκτός από την τέχνη της αλιείας, μετέφεραν τον πολύτιμο πολιτισμό τους, τη λαϊκή και την κοσμοπολίτική τους παράδοση, συντελώντας ουσιαστικά στην ανάπτυξη και το νέο πρόσωπο της Ελλάδας που επίσης επιχειρούσε τότε κι αυτή να προχωρήσει, αφήνοντας πίσω της εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.  

Πολύτιμη βιβλιογραφική συμβολή:

1. «Χαμένες Πατρίδες, το χωριό μας η Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ (το Κιόστε) 1790-1922». Συγγραφέας του ο αείμνηστος Γιάννης Δ. Αικατερίνης, πρόσφυγας από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ στα 21 του χρόνια, απόστρατος μοίραρχος Χωροφυλακής, κάτοικος Σκιάθου (πρώτη έκδοση 1984 και β’ έκδοση, η παρούσα, Εκδόσεις Μπαλτά, 2017, σελίδες 728).

2. «Οι τρατάρηδες της Καβάλας από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ» του Κυριάκου Λυκουρίνου, ιστορικού και προϊσταμένου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Καβάλας και γραμματέας του Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας. Δημοσιευμένο στη «Μνήμη», εφημερίδα του Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας, φύλλο 4 (Σεπτεμβρίου 2010).

3. «Η Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ», Γιώργος Σανιδάς, SkiathosLife, 25.7.2020

4. «Μικρασιάτες πρόσφυγες στη Μαγνησία», Δημήτρης Κωνσταντάρας-Σταθαράς, Έκδοση Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Νέας Ιωνίας, 2008. Στις σελίδες 288-300, όπου γίνεται εκτενής αναφορά στη Σκιάθο, αναφέρεται η Γενική Απογραφή του πληθυσμού κατά το έτος 1928 σύμφωνα με την οποία η Σκιάθος φαίνεται να έχει 3.213 κατοίκους, εκ των οποίων 525 πρόσφυγες από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ (ποσοστό 16,33%). Στην πρωτογενή έρευνα του συγγραφέα, παρουσιάζονται επίσης τα δημοτολόγια του 1954, με καταγεγραμμένες 193 οικογένειες, εκ των οποίων 102 αμιγείς προσφυγικές και 91 μικτές, μεταξύ των οποίων και η οικογένεια του Γιάννη Αικατερίνη καθώς και η οικογένεια του σημερινού δημάρχου της Σκιάθου κ. Θοδωρή Τζούμα, μία από τις 8 οικογένειες με το ίδιο επώνυμο. 

5. «Μικρασιάτες-πρόσφυγες της Σκιάθου στο βιβλίο του Γιάννη Αικατερίνη», Δημήτρης Κωνσταντάρας-Σταθαράς, e-thessalia.gr, 28.2.2021