Ο Θεόδωρος Κεμίδης συμμετέχει στην ομαδική εικαστική έκθεση Film noir

Στις 10 Νοεμβρίου εγκαινιάζεται στην ArteVisione Gallery η ομαδική εικαστική έκθεση Film noir, σε επιμέλεια της  Ms Ιστορικού της Τέχνης, Ευαγγελίας Θ. Καϊράκη και με τη συμμετοχή 39 σύγχρονων καλλιτεχνών. Η έκθεση πραγματοποιείται με την ευγενική χορηγία και υποστήριξη της marni film.

Θεόδωρος Κεμίδης: “Κάθε άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με σκέψεις, φόβους, άγχη και αναζητήσεις που στις σκοτεινές ώρες της νύχτας γιγαντώνονται. Γίνονται ένα πυκνό σύννεφο καπνού που διεισδύει άλλοτε βίαια κι άλλοτε ύπουλα και σταδιακά στον εσωτερικό μας κόσμο και ρέει σα γκρι καπνός στις ρίζες κάθε υπαρξιακής ελπίδας. Το πρώτο φως του ήλιου αρχίζει σιγά σιγά και διώχνει τον σκοτεινό αυτό φόβο μας και μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν τελικά οι αγωνίες μας αυτές υπήρξαν όντως ή ήταν μόνο νυχτερινοί εφιάλτες που πήραν σάρκα και οστά υπό την απατηλή λάμψη του φεγγαριού. Ας αναρωτηθούμε όμως αν τελικά είναι το σκοτάδι που γεννάει φόβους μέσα από τις σκιές ή αν το φως του ήλιου έρχεται να απλωθεί λυτρωτικά πάνω στις πραγματικές μας ανησυχίες και να τις λειάνει τόσο ώστε να μην είναι ορατές στις δραστήριες πρωινές μας ώρες. Όποια και να είναι η οπτική μας, σίγουρα δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως οι σκοτεινοί αυτοί φόβοι μας ασκούν μια υποβόσκουσα γοητεία, μια μαγνητική έλξη που μετουσιώνει τη θλίψη σε δημιουργία και το φόβο σε κάθαρση.”

Θεόδωρος Κεμίδης 1980-2021

Ο Θεόδωρος Κεμίδης εικαστικός γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1980 όπου έζησε και εργάστηκε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του. Από την παιδική του ηλικία μαθήτευσε στο σχέδιο δίπλα στον γλύπτη Φάνη Ραχούτη και παράλληλα στο Εργαστήρι Τέχνης Δημήτρης Μυταράς στο οποίο από μαθητής μετέπειτα υπήρξε και καθηγητής. Με την ενηλικίωσή του ξεκίνησε τις ακαδημαϊκές του σπουδές στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Κατάνιας, από όπου αποφοίτησε το 2005. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια των σπουδών του με καθηγητή τoν Antonio Bruno συμμετείχε σε ομαδικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Ιταλία. Η εκθεσιακή δράση των έργων του συνεχίζεται ακόμα και σήμερα με συνολικά 20 ομαδικές εκθέσεις και μία ατομική.

Η ενασχόλησή του με την ζωγραφική επαφίεται κυρίως πάνω σε σπουδές του στο λάδι με απώτερο στόχο την ρεαλιστική απεικόνιση της σύγχρονης ελληνικής υπαίθρου ως εναπομείνασας μελλοντικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Επαγγελματικά  εργάστηκε στον τομέα της εκπαίδευσης με αρκετά έτη διδακτικής εμπειρίας. Παράλληλα ασχολήθηκε με διάφορους τομείς των εικαστικών όπως η αγιογραφία, ψηφιδωτό, χάραξη και  σκηνογραφία (συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Γιώργο Παλούμπη) καθώς δεν προσέγγισε τη ζωγραφική μονοδιάστατα, αλλά ως μια πολύπλευρη τέχνη που παρέχει πολλά πεδία ενασχόλησης και δημιουργίας.

Έργα του κοσμούν δημόσια κτίρια της Ελλάδας. Υπήρξε μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ),  της Κίνησης Εικαστικών Καλλιτεχνών «Πέραμα», της Ομάδας Τέχνης 90, ενώ πρόλαβε να συμμετάσχει και στην συλλογικότητα εικαστικών καλλιτεχνών ARC – Art Revisited Collective. 

Ένας κόσμος σκιώδης, δοσμένος σε κιαροσκούρο πίσω από τις μισάνοιχτες γρίλιες μιας περσίδας ή την καγκελωτή κουπαστή μιας art nouveau σκάλας. Ερεβώδης και σκληρός, παραδόπιστος και διεφθαρμένος, αλλά τι παράδοξο! Αφόρητα σαγηνευτικός. Παραμορφωμένος, σαν είδωλο σε κυρτό καθρέφτη, όσο ωμά ρεαλιστικός, μέσα στην ανομολόγητη παθογένειά του. Ένας συνθετικός -από πολλά -υπό και -αντί -χωροχρόνος, που νωχελικά ξεδιπλώνεται από τον καρπό σαν σατέν γάντι, κρύβοντας πίσω από την επιτηδευμένη ηδυπάθεια τη ματαιότητα της ύπαρξης. Από το Γεράκι της Μάλτας του 1941, έως τον Ντέιβιντ Λιντς, με επιρροές από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τον ιταλικό νεορεαλισμό, το film noir καθιερώθηκε το 1946 από τον Νίνο Φρανκ ως αυτόνομο κινηματογραφικό είδος, για να εικονογραφήσει ένα ψευδαισθητικό σύμπαν, εκκωφαντικό σαν ριπή μέσα στη νύχτα, απρόβλεπτο σαν την ξανθιά μπούκλα που πέφτει στο μέτωπο της παγερής ηρωϊδας, όταν αυτή τραντάζεται στην αγκαλιά του ερωτικού θηράματος. Ενα σύμπαν σελιλόιντ, νοτισμένο από τόνους ιδρώτα, αίματος και νικοτίνης, που απατηλά συντίθεται στο λυκόφως σαν οφθαλμαπάτη μέσα σε σύννεφα καπνού, για να εξαχνιστεί, ακόλουθα στο λυκαυγές. Πλάνητας στα σκοτεινά σημεία των πόλεων, ο film noir αντι-ήρωας μιας ξεπεσμένης μπουρζουαζίας, ο Δράκος του Κούνδουρου, ίσως, ή κάποιο μέλος της Γλυκιάς Συμμορίας του Νίκου Νικολαϊδη, ανώνυμος πάντα μέσα στο πλήθος, αθόρυβος μέσα στη βοή της πόλης, ανεβάζει τα στόρια, μόνο και μόνο για να απολαύσει ένα νοθευμένο τζιν ή ένα Singapore Sling με μπόλικο πάγο, βλέποντας τα τρένα να περνούν. Flaneur σε έναν δυστοπικό υπό-κοσμο, δοσμένο πάντα σε χαμηλό κορεσμό, χωρίς κανένα πρόσημο, αποστασιοποιημένος σε μια υπερδιαστημική, άχρονη ετεροτοπία, όπου τυχοδιώκτες, νεκροθάφτες, πόρνες, επίορκοι υπάλληλοι, απεικάσματα υπαρκτών και ανύπαρκτων ανθρώπων, ανδρείκελα και κουρέλια μπορούν ακόμα να σιγοτραγουδούν τη Γλυκιά Μαράτα της Κάκιας Μένδρη, μία άρια της Κάλλας ή τη Glendora του Perry Como. Δεν έχει δα τόση σημασία. Τα πάντα στο σκοτάδι λειτουργούν χωρίς νόρμα, σταχυολογούνται σε ένα παράδοξο συμπίλημα εικόνων, ακουσμάτων, αισθήσεων και παραισθήσεων. Στόχος της έκθεσης είναι να εικονοποίησει την cult  μαγεία των films noir, προσομοιώνοντάς την στη σύγχρονη εποχή, μία εποχή αντιθετική μέσα στον πλουραλισμό της, ζοφερή, παρά τη digital αισθητική της νέο –ποπ κουλτούρας της, μια εποχή όπου- με όρους μυθοπλασίας- οι σκοτεινές λήψεις έχουν αντικαταστήσει την ευκρίνεια του σινεμασκόπ. Και ακόλουθα, να κοιτάξει τον θεατή με το λοξό βλέμμα του Humphrey Bogart, που ισιώνει την τραγιάσκα του, ενώ αμφίσημα μειδιά, μετρώντας αντίστροφα τους δείχτες του ρολογιού. 3, 2, 1… Κλακέτα και πάμε!

Ευαγγελία Θ. Καϊράκη Ms Ιστορικός της Τέχνης  Ε.Κ.Π.Α. Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης

 

Χορηγός επικοινωνίας