«Μία μερικώς μετατόπιση του φόβου…»

Γράφει ο Τραϊκούδης Χρήστος. Οικονομολόγος, προϊστάμενος εμπορικού τμήματος Α’ υλών εταιρείας ανακύκλωσης, Msc in politics & economics in S.E and Eastern Europe, UoM

Στην Ελλάδα και κατά τον 20ό αιώνα, το κοινωνικό και θεσμικό περιβάλλον δεν υπήρξε πάντοτε ευνοϊκό για τους εργατικούς πολίτες που επιθυμούσαν να συμβάλουν ουσιαστικά στην εθνική παραγωγή και την πρόοδο της χώρας. Αντίθετα, σε πολλές περιόδους αναπτύχθηκαν μηχανισμοί εξουσίας και πρακτικές που ευνόησαν άτομα και ομάδες με παραβατικές συμπεριφορές, κοτζαμπασικές νοοτροπίες και αλαζονεία, πιθανώς και ενισχυόμενες από προσωπικές ή ψυχολογικές ανασφάλειες (σίγουρα καμία σχέση με την παραγωγή και τη βελτίωση των όρων ζωής της κοινωνίας). Μέσα από ένα σύστημα ανεπαρκώς θεσμοθετημένο και ελλιπώς ελεγχόμενο, ορισμένοι είχαν τη δυνατότητα να λειτουργούν ανεξέλεγκτα, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι στην πράξη αδικούσαν εκείνους που πραγματικά εργάζονταν και παρήγαγαν.

Σε ένα καλά θεσμοθετημένο περιβάλλον όπου ο κάθε εργατικός άνθρωπος δεν ασχολείται αν ο τάδε π.χ αντιδήμαρχος ήθελε να κάνει το χατίρι της «φίλης» του να της δώσει δημόσιο χώρο κτλ, η παραγωγή αγαθών αλλά και σκέψης παράλληλα είναι πιο αποδοτική ωφελώντας όλο το κοινωνικό σύνολο σε μακροχρόνιο ορίζοντα. (γιατί δεν αποφύγαμε τόσα μνημόνια;;)

Η ιστορική πορεία του 20ού αιώνα από τον διχασμό, τη δικτατορία, τη μεταπολίτευση έως και τις δεκαετίες της πελατειακής ευφορίας ανέδειξε επαναλαμβανόμενα την αδυναμία του κράτους να θεμελιώσει σταθερά την αξιοκρατία και τη διαφάνεια. Οι συνέπειες αυτής της παθογένειας έγιναν εμφανείς και τις δεκαετίες πριν από 20-30 χρόνια, όταν φαινόμενα όπως το κατά το δοκούν μοίρασμα της δημόσιας περιουσίας, τα ρουσφέτια, οι πολεοδομικές αυθαιρεσίες, το κουκούλωμα οικονομικών παραβάσεων και η εγκατάλειψη των δημόσιων χώρων και του οδικού δικτύου διαμόρφωσαν μια αρνητική εικόνα της χώρας στο εξωτερικό. Αυτή η εικόνα αδίκησε πρωτίστως τους εργατικούς πολίτες, οι οποίοι, παρότι στήριζαν την πραγματική παραγωγή, έβλεπαν τη συλλογική προσπάθεια να υπονομεύεται από πρακτικές ιδιοτέλειας.

Οι πρακτικές αυτές δεν επέτρεψαν στην αξιοκρατία να ριζώσει σε βάθος. Έτσι, η πολυπόθητη αλλαγή έμεινε στα λόγια αποτελώντας μια μακρόχρονη διαδικασία, που απαιτεί επιμονή και θεσμική ωρίμανση.

Σήμερα, η ψηφιοποίηση του κράτους, η ενίσχυση των ελέγχων και η πίεση των διεθνών εταίρων για διαφάνεια έχουν βελτιώσει αισθητά την κατάσταση. Ωστόσο, ο δρόμος που απομένει δεν είναι μικρός. Η πλήρης αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η εδραίωση της δικαιοσύνης και η πραγματική αναγνώριση της αξίας της εργασίας παραμένουν στόχοι που απαιτούν διαρκή εγρήγορση.

Η ιστορία δείχνει ότι οι κοινωνίες προχωρούν όταν προστατεύουν εκείνους που δημιουργούν και παράγουν, και όχι όταν επιτρέπουν σε μηχανισμούς αυθαιρεσίας να τους καταδυναστεύουν. Αυτό το μάθημα εξακολουθεί να είναι επίκαιρο για την Ελλάδα του σήμερα.

Παράλληλα, ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της παλαιότερης πραγματικότητας ήταν ο φόβος των πολιτών να έρθουν αντιμέτωποι με μηχανισμούς του Δημοσίου, οι οποίοι θεωρητικά όφειλαν να τους προστατεύουν, αλλά στην πράξη συχνά λειτουργούσαν αδιαφανώς ή επιλεκτικά. Ο φόβος αυτός οδηγούσε πολλούς σε σιωπηρή αποδοχή αδικιών και σε απομάκρυνση από τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Σήμερα, ωστόσο, φαίνεται πως αυτή η ισορροπία αρχίζει σταδιακά να αντιστρέφεται. Ο φόβος μετατοπίζεται έστω και μερικώς προς εκείνους που επιμένουν να υπερασπίζονται αθέμιτες πρακτικές, γνωρίζοντας ότι η ψηφιακή καταγραφή, η αυξημένη διαφάνεια και η κοινωνική απαίτηση για λογοδοσία περιορίζουν τα περιθώρια αυθαιρεσίας. Πρόκειται για μια φυσική εξέλιξη (δε γίνεται αντιληπτή σε όσους η νευροπλαστικότητα τους κάνει να σκέφτονται με αθέμητες πρακτικές. Και εδώ δεν παίζουν ρόλο τα πτυχία!!!) σε κάθε κοινωνία που ωριμάζει θεσμικά, και μια διαδικασία που εύλογα αναμένεται να επιταχύνεται όσο ενισχύονται οι μηχανισμοί ελέγχου και η ενεργή στάση των πολιτών.