Ανάπτυξη θέλουμε αλλά πώς θα τη φέρουμε;

Αγαπητοί αναγνώστες,
Όπως γνωρίζετε η χώρα μας εισάγει περισσότερο από ότι εξάγει αλλά εξάγει επίσης και εξαιρετικά μυαλά τα οποία θα μπορούσαν να συνεισφέρουν τα μέγιστα στην ανάπτυξη της οικονομίας της.
Ποιοι λοιπόν θα φέρουν αυτή την πολυπόθητη ανάπτυξη;
Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι οι σύγχρονοι βοεβόδες και κοτζαμπάσηδες, αυτοί που θέλουν να δημιουργήσουν μια νέα 5η φάλαγγα εκμεταλλευόμενοι ότι οι μάζες χειραγωγούνται εύκολα σε κράτη μπανανίες, δεν θα νοιαστούν ποτέ για την ανάγκη να δημιουργήσουμε σύγχρονές υποδομές και ότι πρέπει να υποστηριχθούν πρωτίστως και οικονομικώς οι πιο ευάλωτες περιοχές στους εξωτερικούς κινδύνους. Χωρίς εξαγωγές και εθνική παραγωγή θα είμαστε συνεχώς υπερχρεωμένοι, επομένως ας βάλουμε στην άκρη ότι αποθεώνει το θεαθήναι και ας δώσουμε προτεραιότητα στις υποδομές και την παιδεία.
Το κράτος πρέπει να στέκει αρωγός στην ιδιωτική οικονομία αλλά αυτό απαιτεί μία εκ βαθέων αλλαγή στη δημόσια διοίκηση. Περισσότερη μηχανογράφηση και κυρίως αλλαγή στη νοοτροπία με στόχο την εξυπηρέτηση του πολίτη, τη διασφάλιση και την ανάδειξη του περί δικαίου αισθήματος. Μία δημοσιονομική πολιτική περιχαρακωμένη στον λαϊκισμό δεν είναι εύκολο να αλλάξει αφού πρέπει να συντηρεί μία δομή ενός υπερδιογκωμένου κέντρου και της γραφειοκρατίας του την οποία κάποιοι θέλουν να διογκώσουν άσκοπα ακόμη περισσότερο και χωρίς αξιοκρατία.
Η κρίση, η οποία δεν είναι μόνο οικονομική, επιμένει και το κακό είναι ότι η χώρα μας είναι ακόμη ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε κινδύνους οι οποίοι μπορεί να μας φέρουν αντιμέτωπους με ένα νέο κύκλο ύφεσης. Ο φόβος, ο οποίος είναι απόλυτα δικαιολογημένος λόγω της άγνοιας των πολιτών για το που θα οδηγήσει όλο αυτό απαιτεί την ενεργοποίηση των πνευματικών ανθρώπων οι οποίοι θα πρέπει να υποκινήσουν τους πολίτες, όσους από αυτούς θέλουν, να σκεφτούν με διορατικότητα, λογική, να οπλιστούν με υπομονή και όχι να περιχαρακωθούν στον λαϊκισμό και σε ψηφοθηρικές πρακτικές.
Η Ελλάδα πάσχει από την επανάληψη της ιστορίας, το ίδιο τραγελαφικής κάθε φορά με συνέπεια και η γεωπολιτική των μεγάλων να μην μας παίρνει και πολύ στα σοβαρά. Ίσως φταίει το γεγονός ότι η ιστορία δεν διδάσκεται κάνοντας μια αρνητική κρίση πάνω σε σημαντικά γεγονότα σε καμία βαθμίδα εκπαίδευσης ή δεν υποκινεί τον μαθητή να ερευνήσει πάνω σε αυτά τα γεγονότα. Η ιστορία δεν είναι μόνο θετικά γεγονότα και δεν έχει μόνο ήρωες. Πρέπει να μαθαίνουμε και για αυτούς που αγάπησαν περισσότερο τον εαυτό τους τόσο όσο δείχνανε ότι αγαπούσανε αυτή τη χώρα δηλαδή στην πραγματικότητα τα δημόσια ταμεία της και την χέρσα ανεκμετάλλευτη γη της.
Όπως είχα γράψει η Ελλάδα φιγουράρει στις πρώτες θέσεις σε αρκετά αρνητικά γεγονότα όπως οι αυξήσεις των φόρων, η διαφθορά καθώς και στην απογοήτευση των πολιτών της για την κατεύθυνση των φόρων οι οποίοι μόνο ανταποδοτικοί για το σύνολο της κοινωνίας δεν δείχνουν να είναι. Ακόμη και στα καθημερινά και σχεδόν αυτονόητα πράγματα ώστε αυτά να μην υπάρχουν όπως η ύπαρξη κακό-συντηρημένων δρόμων, η έλλειψη δημόσιων χώρων, η κακή διαχείριση των αποβλήτων, η απουσία καλαισθησίας στους δημόσιους χώρους, εικόνες εγκατάλειψης που προβάλλουν την απουσία ενδιαφέροντος, δεν φαίνεται να γίνεται κάτι το απτό. Είναι εύλογη η απορία κάποιων πολιτών για το πού κατευθύνονται οι φόροι που πληρώνουμε αν και ένα μεγάλο μέρος αυτών αφορά σε λάθη του παρελθόντος τα οποία όμως δεν πρέπει να ξανά επαναληφθούν.
Το να πηγαίνουμε λοιπόν στην κάλπη ψηφίζοντας σύγχρονους βοεβόδες και κοτζαμπάσηδες, αμελώντας την ιστορία, είναι περισσότερο αποτέλεσμα ασυνείδητων ψυχικών διεργασιών οι οποίες συνήθως οδηγούν σε άσχημα αποτελέσματα για το σύνολο της κοινωνίας αλλά και για αυτούς οι οποίοι θέλουν να υπάρχουν τέτοιες διεργασίες στον τρόπο σκέψης των πολιτών.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν να βάζουμε το κοινό συμφέρον σε καλύτερη θέση στο συνειδησιακό μας και να μην αφήνουμε όσους θεωρούν τη δημόσια περιουσία και τα δημόσια ταμεία «δική τους» υπόθεση. Είναι μεγάλο κρίμα για ένα κράτος που βρίσκεται σε μία τόσο εξέχουσα θέση γεωπολιτικά να μην μπορεί να ευημερεί αλλά αυτό δεν θα επιτευχθεί αν ακόμη ζούμε στην εποχή της παρακμής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

*Τραϊκούδης Χρήστος

Οικονομολόγος

MSc in politics & economics in Eastern & S.E Europe, UoM