Αντώνης Παπαγγελής: “Η μουσική δεν είναι μάχη. Είναι η κατ’ εξοχήν τέχνη της συνεργασίας και της αρμονίας”

Ποιά είναι η πρώτη σας Μουσική ανάμνηση;

Η πρώτη μου μουσική ανάμνηση συνδέεται με ένα αποκριάτικο πανηγύρι στο Χωριό, την παλιά πρωτεύουσα του νησιού μου, της Καλύμνου. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου κρατά το χέρι, καθώς διασχίζαμε το προαύλιο της εκκλησίας και την αδερφή μου να καμαρώνει που κατάφερε να διαβάσει κάποια επιγραφή. Συμπεραίνω, λοιπόν, ότι πρέπει να ήμουνα πολύ μικρός, ίσως τριών ή το πολύ τεσσάρων ετών. Ξαφνικά, ακούω μια μελωδία από την παραδοσιακή ορχήστρα, και μένω με το στόμα ανοιχτό. Τράβηξα δυνατά το χέρι που κρατούσε ο πατέρας μου και στάθηκα ακίνητος μπροστά στο βιολί. Ήταν το «Μελαχρινό μου». Αυτό το τραγούδι καρφώθηκε στο μυαλό μου και το τραγουδούσα επί μέρες, με όσα λόγια μπορούσα να συγκρατήσω, γιατί καταλάβαινα μόνο σκόρπιες λέξεις, εδώ κι εκεί. Δε θα ξεχάσω, όμως, ποτέ την εντύπωση που μού προκάλεσε αυτή η μελωδία. Ακόμα και σήμερα, όποτε το ακούσω, σταματάω ό,τι κάνω και θυμάμαι εκείνη τη στιγμή. Ήταν σα να πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα μέσα από το σώμα μου.

Με ποιόν Μουσικό θα θέλατε να βρεθείτε επί σκηνής;

Επί σκηνής, δεν το έχω σκεφτεί ποτέ. Αυτό που θα με συνέπαιρνε σίγουρα, θα ήταν να βρεθώ στο ίδιο δωμάτιο, σαν αόρατος θεατής, με κάποιον μεγάλο συνθέτη, την ώρα της δημιουργίας του. Θα ήθελα να δω, για παράδειγμα, την έξαψη στο πρόσωπο του Μπετόβεν, την ώρα που θα συνέθετε κάποιο από τα τελευταία κουαρτέτα του. Τον Μάνο Χατζιδάκι να πειραματίζεται στο πιάνο του με τα Παράλογα ή τον Βασίλη Τσιτσάνη να γράφει τη Συννεφιασμένη Κυριακή.

Περιγράψτε μας τη μέχρι σήμερα πορεία σας στη μουσική. Υπήρξαν επιρροές καθοριστικές θετικές ή αρνητικές;

Οι μουσικές σπουδές μου αρχίζουν στην ηλικία των δέκα ετών, στην Κάλυμνο. Ξεκίνησα με τη Βυζαντινή μουσική και λίγο αργότερα, στα δώδεκα, άρχισα μαθήματα κιθάρας και θεωρίας της ευρωπαϊκής μουσικής. Όταν βρέθηκα στην Αθήνα, συνέχισα και ολοκλήρωσα τις σπουδές σε όλα όσα είχα ξεκινήσει: Βυζαντινή μουσική, κλασική κιθάρα και ανώτερα θεωρητικά. Πάντα, με απασχολούσε η σύνδεση του πλούτου της μουσικής μας παράδοσης (εκκλησιαστικής, δημοτικής, λαϊκής) με το απόγειο της αρχιτεκτονικής, στο οποίο έφτασε η μουσική στην Ευρώπη, τους προηγούμενους αιώνες. Φυσικά, δεν είμαι αυτός που θα προτείνω καινούργιες λύσεις. Άλλοι, σπουδαίοι δάσκαλοί μας, έχουν αφιερώσει όλη τη γνώση και το ταλέντο τους σ’ αυτόν τον σκοπό. Απλώς έχω πλήρη επίγνωση ότι δεν είμαι ούτε ατόφιος παραδοσιακός μουσικός ούτε ευρωπαϊστής. Δε θα μπορούσα να είμαι. Γεννημένος σ’ αυτήν την ευλογημένη χώρα, που ανέκαθεν ήταν σταυροδρόμι πολιτισμών, πίνω νερό κι απ’ τις δυο πηγές. Με έχουν σημαδέψει εκπρόσωποι και των δύο αυτών μουσικών κόσμων. Δε μπορώ να αρνηθώ καμία επιρροή, εφόσον αυτή έχει επιδράσει στη μουσική μου προσωπικότητα, ούτε να υπηρετήσω τη μία ή την άλλη σχολή, αποκλειστικά και μονόπλευρα. Με συνεπαίρνει εξίσου ένας ζωναράδικος από τη Θράκη και μια συμφωνία του Μπράμς. Και θα είμαι θαυμαστής και μαθητής των ανθρώπων που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην ανάπτυξη της ελληνικής λαϊκής μουσικής, χρησιμοποιώντας τα πιο εξελιγμένα μέσα της ευρωπαϊκής μουσικής.

Σας “τρομάζει” η επιτυχία ή η αποτυχία;

Επιτυχία είναι το καλό αποτέλεσμα μιας προσπάθειας, για κάποιον συγκεκριμένο στόχο που θέτει κάποιος. Μ’ αυτήν την έννοια, δε μπορεί να με τρομάξει. Είναι η καλή έκβαση αυτού που επιδίωξα. Η αποτυχία, αντίστοιχα, είναι το κακό αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας. Μπορεί να με προβληματίσει -και κάποτε σοβαρά- αλλά όχι να με τρομάξει. Αυτό που μας τρομάζει είναι η άγνοια για το αποτέλεσμα, το απρόσμενο. Αν σταθμίζεις, κάθε φορά, τις δυνάμεις και τους στόχους σου και έχεις δουλέψει ευσυνείδητα, δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς. Το πολύ πολύ να πάρεις κάποιο μάθημα για το μέλλον, για την επόμενη προσπάθεια.

Ποιά είναι η άποψή σας για τα μουσικά τηλεοπτικά talent show;

Μόνο σαν θεατής μπορώ να τα κρίνω. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι όλα τα talent shows είναι έτσι στημένα, ώστε να εξυπηρετούν μόνο την τηλεθέαση. Τίποτα περισσότερο. Δίνεται η ευκαιρία σε κάποιον να δείξει το όποιο ταλέντο του, σε ενάμιση λεπτό. Τα υπόλοιπα δέκα, και ενώ αυτός βρίσκεται ακόμα στο πλατό, οι κάμερες είναι στραμμένες στους κριτές και τα σχόλιά τους. Στο τέλος της βραδιάς, στο τέλος της σεζόν, κανείς δε θυμάται αυτά τα παιδιά παρά μόνο, ίσως, κάποιες έξυπνες ατάκες.
Από την άλλη, καλλιεργείται ένας ανταγωνισμός μεταξύ των παιδιών, άνευ λόγου. Η μουσική δεν είναι μάχη. Είναι η κατ’ εξοχήν τέχνη της συνεργασίας και της αρμονίας. Η μόνη φιλοδοξία, σ’ αυτόν το χώρο, θα έπρεπε να είναι το πώς μπορούμε εμείς να υπηρετήσουμε τη μουσική καλύτερα, ο καθένας με τις γνώσεις και το ταλέντο του. Όχι το πώς μπορεί η μουσική να εξυπηρετήσει τις φιλοδοξίες μας.
Μπορώ να κατανοήσω την ανάγκη των παιδιών να κυνηγήσουν το όνειρό τους. Ποιο είναι το όνειρό τους, όμως; Να υπηρετήσουν τη μουσική ή να γίνουν διάσημοι; Και για πόσο; Για δέκα λεπτά; Για δέκα επεισόδια; Οφείλουμε να πούμε σ’ αυτά τα παιδιά ότι εμείς έχουμε ανάγκη τη μουσική. Δε μας έχει αυτή ανάγκη. Δε μας χρωστάει τίποτα, ώστε να γίνει το όχημα για τις φιλοδοξίες μας. Εμείς της χρωστάμε τα πάντα.
Το ταλέντο είναι ένα ακριβό κομμάτι του εαυτού τους και δεν πρέπει να το θυσιάσουν για τη δημοσιότητα της στιγμής. Οφείλουν να το καλλιεργήσουν με αφοσίωση, γνώση, πολλή δουλειά και στη συνέχεια να το μοιραστούν με τους συνανθρώπους τους. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Δεν υπήρξε ποτέ. Αν πραγματικά έχουν κάτι ξεχωριστό να πουν, θα ακουστούν. Μπορεί να μη γίνει αμέσως αυτό, αλλά στο τέλος θα γίνει. Και η φωνή τους, τότε, θα έχει διάρκεια, πολύ μεγαλύτερη από οποιοδήποτε talent show.

Υπάρχουν μάνατζερ στην Ελλάδα που μπορούν να βοηθήσουν την πορεία ενός μουσικού;

Αν το λέτε με την έννοια του οργανωτή και διεκπεραιωτή, σίγουρα ναι. Πάντα είναι πολύτιμη η βοήθεια κάποιου, που θα αναλάβει να επωμιστεί τα διαδικαστικά και οργανωτικά θέματα, αυτά που μπορεί να σε αποσπάσουν από τη μελέτη και την πραγματικά δημιουργική εργασία. Προσωπικά, δε μου χρειάστηκε. Αν εννοείτε κάποιον που μπορεί να «χτίσει» το προφίλ του μουσικού, ώστε να γίνει πιο δημοφιλής, νομίζω ότι αυτό μόνο πρόσκαιρα μπορεί να επιτευχθεί. Κάποιος με ταλέντο, γνώσεις και διάθεση να δουλέψει, αργά ή γρήγορα θα πετύχει το στόχο του. Από την άλλη, ο χρόνος είναι αυτός που δικαιώνει ή όχι τις αξίες. Αν κάποιος ή κάτι αξίζει πραγματικά, θα αντέξει στο χρόνο, όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι να το υποβαθμίσουν. Το Χαμόγελο της Τζοκόντας και το Άξιον Εστί θα συνεχίσουν να σπάνε τα ρεκόρ των πωλήσεων και οι παρέες, με τη συνοδεία μιας μόνο κιθάρας, θα εξακολουθούν να τραγουδάνε Τσιτσάνη, Καλδάρα, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και Ξαρχάκο, όποτε μαζεύονται.

Ποιά είναι τα μελλοντικά μουσικά σας σχέδια;

Για το άμεσο μέλλον, υπάρχουν κάποιες συμμετοχές, με την ιδιότητα του μουσικού, σε προγραμματισμένες συναυλίες. Ωριμάζει και η σκέψη για κάποιες ζωντανές εμφανίσεις το χειμώνα, μαζί με φίλους συνθέτες, ώστε να παρουσιάσουμε από κοινού κάποια από τα τραγούδια μας.
Στο καθαρά συνθετικό πεδίο, ολοκληρώνω ένα έργο για ορχήστρα εγχόρδων, εμπνευσμένο από παραδοσιακά τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας μου. Αυτό που θα προηγηθεί, όμως, είναι η ηχογράφηση ενός κύκλου τραγουδιών, με δική μου μουσική, που βρίσκεται ήδη στην τελική επεξεργασία.

Βιογραφικό

Ο Αντώνης Παπαγγελής γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1965, όπου απέκτησε τις πρώτες μουσικές του γνώσεις. Τελειοποίησε τις σπουδές του στην Αθήνα με διπλώματα στη Βυζαντινή Μουσική, την κλασική κιθάρα και τα Ανώτερα Θεωρητικά.

Με την ιδιότητα του εκτελεστή και του συνθέτη έχει συμμετοχές σε ηχογραφήσεις, συναυλίες και παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα (Επίδαυρος, Ηρώδειο, ΕΡΤ, ΜΜΑ κ.α.), με ορχήστρες και μουσικά σύνολα (ΕΡΤ, ΚΟΑ, Δήμου Αθηναίων, Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.α.) και συνεργασίες με σύγχρονους συνθέτες και τραγουδιστές (Χρήστος Λεοντής, Χρήστος Τσιαμούλης, Παντελής Θαλασσινός, Μιχάλης Τερζής, Μανώλης Μητσιάς, Μίλτος Πασχαλίδης κ.α.).
Συνθέτει, μουσική για το θέατρο, τραγούδια και συμφωνική μουσική.