Τέχνη και Πολιτισμός… Δυο έννοιες ταυτόσημες.

Επιμέλεια – BAΓIA ΣEPAΦEIMIΔOΥ

Τι είναι ποίηση; Είναι άραγε ένα αχανές μυστήριο ένα αίνιγμα ή μια βαθιά εσωτερική φωνή που σε καλεί να την ακούσεις; Πόση σοφία, αρετή και διαύγεια χρειάζεται ένας δημιουργός ποιητικών συνθέσεων για να εκφράσει τον ψυχισμό του και να ολοκληρώσει το δημιούργημά του; Τι είναι έμπνευση και από πού αντλεί την ποιητική του δύναμη ο καλλιτέχνης; Με ποιον τρόπο διεγείρει τις εξάρσεις της φαντασίας του; Είναι άραγε μια ανεξίτηλη παρόρμηση, μια αδιευκρίνιστη δύναμη ή μια ψυχική ικανότητα και ένα έμφυτο εσωτερικό χάρισμα; Για τους αρχαίους Έλληνες ήταν η ύψιστη μορφή τέχνης. Για τους σύγχρονους; Τελικά σε ποιους απευθύνεται η ποίηση; Από ποιους διαβάζεται και από ποιους πραγματικά γράφεται;

Αδιαμφισβήτητα η ελληνική ποιητική παράδοση, επιβίωσε στις πιο δύσκολες ιστορικές περιόδους του ελληνισμού, συμβάλλοντας σημαντικά στην ανάπτυξη του πολιτισμού και την ενίσχυση της εθνικής μας ταυτότητας. Το αποκορύφωμα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης ήταν τα δυο Βραβεία Νόμπελ Λογοτεχνίας που απονεμήθηκαν στον Γιώργο Σεφέρη το 1963 και τον Οδυσσέα Ελύτη το 1979.

Αναμφίβολα η Ελλάδα, έχει σπουδαίους δημιουργούς και καλλιτέχνες που υπηρέτησαν και υπηρετούν την τέχνη τους με πίστη και αφοσίωση.

Ο Κωνσταντίνος Β. Μπούρας, είναι ένας από αυτούς. Συγγραφέας 37 εκδοθέντων βιβλίων, κριτικός θεάτρου και λογοτεχνίας και βιβλιοκριτικός. Αριστούχος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος θεατρολογίας του γαλλικού Πανεπιστημίου Paris III –La nouvelle Sorbonne (D.E.A Etudes Theatrales) .Διδάκτωρ του Τμήματος Ξένων Γλωσσών ,Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιουνίου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα καθώς και διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Επίσης, αρκετά θεατρικά του έργα με αρχαιοελληνικά στοιχεία έχουν παρουσιαστεί σε θέατρα της Ελλάδας και του εξωτερικού.

κ. Μπούρα, ως κριτικός λογοτεχνίας και θεάτρου και ως συγγραφέας, έχετε εκδώσει τριάντα επτά βιβλία (ποίηση, θέατρο, μυθιστορήματα και μία θεατρική τριλογία) και μάλιστα στη γαλλική γλώσσα. Από πού αντλείτε την ποιητική σας δύναμη; Στα χρόνια της κρίσης η λογοτεχνία, ανταποκρίνεται στα αιτήματα των καιρών; Ο δημιουργός ποιητικών συνθέσεων οφείλει να ενστερνίζεται τις κοινωνικές, ηθικές και ιδεολογικές παραμέτρους της κοινωνίας;

Αντλώ από τη δύσκολη καθημερινότητα και τις δυσχέρειες επικοινωνίας με τον εσώτερο εαυτό και με το Άλλο, αυτό που είναι έξω από τα στενά ατομικά μας όρια και με υπερβαίνει. Είμαι ένα βαθιά θρήσκο άτομο. Πιστεύω στην ύπαρξη μιας μεγαλειώδους Δύναμης που λέμε Θεό. Πιστεύω στην υπερβατικότητα του ανθρώπινου πνεύματος και στις άλλες διαστάσεις. Η Γη είναι ένα σχολείο. Οι υψίσυχνες ακτίνες αναμειγνύονται με την παχύρρευστη ύλη και διαμορφώνουν ανεπανάληπτα και μοναδικά έργα Τέχνης, ρευστά. Δεν υπάρχει τίποτα αποκρυσταλλωμένο εδώ, τίποτε αθάνατο. Γι’ αυτό κι ο θείος «Σωκράτης» λέει το περίφημο «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Αυτό σημαίνει και το περίφημο «τα πάντα ‘ρει» τού καθόλου «σκοτεινού» Ηράκλειτου. Με άλλα λόγια, η Κρίση είναι το καλύτερο εφαλτήριο προκειμένου να ενεργοποιηθούμε, να συνεργαστούμε, να επιτύχουμε την ικανή κι αναγκαία «κρίσιμη μάζα» (όπως λέμε στη Χημεία) συνδημιουργώντας έτσι ένα καλύτερο Αύριο για όλους και κυρίως για τις γενιές που θα μας διαδεχτούν και θα απορήσουν πώς ζήσαμε, πώς επιβιώσαμε, πώς γράψαμε, πώς αντέξαμε μέσα σε τόσες προκλήσεις. Η εποχή μας είναι κρίσιμη και μεταβατική. Η Τεχνολογία είναι ένας σκλάβος που αποκτά τερατώδεις διαστάσεις κι απειλεί να μας υποδουλώσει. Φυσικά, η ανθρώπινη οντότητα είναι πολυμήχανη κι απείρως ευφυέστερη από κάθε μηχανή. Όμως θα πρέπει να περάσουμε μέσα κι από αυτή τη στενωπό της Ρομποτικής (ενώ δεν ξεμπερδέψαμε ακόμη με την Κυβερνητική) πριν φτάσουμε στην καινούργια Αναγέννηση. Τα ιδεώδη του Διαφωτισμού με εμπνέουν και μου δίνουν δύναμη να αντέχω καθημερινώς μια μάλλον απαράδεκτη καθημερινότητα, αντιπαλεύοντας την γραφειοκρατία, την αναξιοκρατία, την απάθεια, τον ναρκισσισμό των ιθυνόντων και άλλα κοινωνικά κακά. Είναι τόσα πολλά τα «κακώς κείμενα» που ακόμα κι ο Δον Κιχώτης θα αποκαρδιωνόταν. Αντιθέτως, ο ποιητής οφείλει και πρέπει να στέκεται δυνατός, ψηλά, με ακμαίο ηθικό, φάρος για τις θαλασσοδαρμένες υπάρξεις των συνανθρώπων του. Οι ποιητικές συνθέσεις δεν έχουν αξία αυτές καθεαυτές αν δεν κινητοποιούν τα δημιουργικά ανακλαστικά και δεν ενεργοποιούν όλες τις πνευματικές μονάδες των συνδημιουργών αναγνωστών.

Τι απαιτήσεις έχει το διεθνές αναγνωστικό κοινό και σε τι διαφέρει από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό; Επίσης το κόστος έκδοσης στην Ελλάδα θεωρείτε ότι είναι υψηλότερο σε σχέση με τις διεθνείς εκδόσεις;

Δεν θα ήθελα να μπούμε στον μανιχαϊσμό της δήλωσης «έξω είναι καλά». Σε πολλές ευρωπαϊκές και αγγλοσαξονικές χώρες που έχω πάει κι έχω ζήσει κάποια βραχέα διαστήματα υπάρχει κουλτούρα, συνεχής κι αδιάρρηκτος πολιτισμός μέσα στους αιώνες, υπάρχει ευγένεια και καθαριότητα, καθαρότητα του νου από τα γεννοφάσκια τους. Αποκτούν την πρωτογενή παιδεία μέσα στην οικογένεια. Εμείς δεν μπορούμε να τηρήσουμε ούτε τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Σαν άτομο με προβλήματα όρασης σε καμία άλλη χώρα δεν με μουντζώνουν όταν περνάω με πράσινο!!! Τι να πούμε για ποίηση μετά όταν δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε σε απλά πράγματα αγωγής του πολίτη; Όταν μας ζώνουν τα σκουπίδια, σκουπίδια έχουμε και στο μυαλό μας. Όταν πετάμε ασυλλόγιστα τα πλαστικά παντού για να τα φάνε τα δελφίνια ή τα ελάφια δεν συναισθανόμαστε το πιο απλό πράγμα που όλα τα άλλα είδη πάνω στη γη αντιλαμβάνονται ενστικτωδώς: ότι είμαστε όλοι κρίκοι μίας και της αυτής αλυσίδος. Το συνανήκειν και συλλειτουργείν. Τα αποδημητικά πτηνά το ξέρουν, αφού το έχουν πληρώσει εν τω μεταξύ με πολλούς θανάτους. Εμείς οι άνθρωποι πότε;

Τώρα, όσον αφορά το κόστος έκδοσης, στην Ελλάδα τυπώνονται οι πιο καλόγουστες, καλαίσθητες, επιμελημένες ποιητικές συλλογές απ’ όλες τις χώρες που εγώ ο ταπεινός έχω πάει. Η ποίηση είναι θυσία, είναι τάμα, είναι αφιέρωση. Δεν αποτιμάται μήτε με σολδία μήτε με χειροκροτήματα. Είναι προσφορά και «ψυχικό». Μας εξαγνίζει, μας ξεπλένει, μας καθαρίζει από τους ρύπους της τριβής μας με την καθημερινότητα. Ο κάθε ένας αγοράζει μετοχές του εαυτού του. Στο χρηματιστήριο του Χρόνου όμως επιβιώνει ο ανθεκτικότερος, αυτός που μιλάει για τους άλλους κι όχι για τον εαυτό του. Ο ναρκισσισμός, ο εγωκεντρισμός, ο «αυτισμός» ακόμα είναι σύμφυτος με την ποιητική λειτουργία, αφού είναι μια πράξη «ιδιωτική» κατ’ αρχήν που απαιτεί τεράστια συγκέντρωση και μια μακρά σπουδή, μελέτη. Η εμβρίθεια εξοπλίζει τους λογοτέχνες με τη γνώση του πριν αν θέλουν να εγγράψουν υποθήκες στο μετά. Τώρα αν πληρώσουν 300 ή 3000 ευρώ για το πόνημά τους, είναι όπως στα βαφτίσια, στους γάμους και στις κηδείες. Ο καθένας κάνει ό,τι καλύτερο για τον εαυτό του και τους άλλους.

To βιβλίο αδιαμφισβήτητα αποτελεί μέσο εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας συμβάλλοντας στην πολιτισμική ανάπτυξη των κοινωνιών. Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι πολιτισμικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, στην λογοτεχνία; Ποιοι τομείς του Πολιτισμού επλήγησαν περισσότερο από την γενικότερη οικονομική δυσπραγία που βίωσε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια;

Όσο κι αν σας φανεί περίεργο, σας διαβεβαιώ – ως άνθρωπος του χώρου – πως η οικονομική κρίση πολλαπλασίασε και τις ποιητικές συλλογές που τυπώνονται ή κυκλοφορούν ελεύθερα στο Διαδίκτυο, δημιούργησε καινούργιους κύκλους ανάγνωσης, περιοδικά, ενώσεις λογοτεχνών, πολιτιστικές εκδηλώσεις, δανειστικές βιβλιοθήκες, ανταλλαγή μεταχειρισμένων βιβλίων και λοιπά. Η Κρίση λειτούργησε σαν έναυσμα, σαν τον μυθικό οίστρο της Ιώς στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου που μας ανάγκασε να επαναδιαπραγματευτούμε μέσα μας τις επιλογές ζωής και να διαχειριστούμε διαφορετικά τον εγγενή φόβο του θανάτου, της εξαθλίωσης, της ασθένειας, της αδυναμίας, της ανημπόριας εν γένει. Σα να γράφουμε τη διαθήκη μας κάθε φορά που εκφραζόμαστε ποιητικώς υπερβαίνουμε τις συνήθεις σκοτούρες της καθημερινότητας, λησμονούμε για λίγο τους απλήρωτους λογαριασμούς και ξανακοιτάμε τους άλλους, τους σοβαρότερους λογαριασμούς με την Αιωνιότητα, με το άχρονο εκείνο διάστημα που κολυμπούν οι ψυχές μας μακριά από το ενυδρείο Γη.

Έχετε τιμηθεί, από την «Διεθνή Εταιρία Ποιητών», τη «Διεθνή Εταιρία Συγγραφέων και καλλιτεχνών» και τη «Διεθνή Εταιρία Lawrence Durrell». Επίσης, το ευρωπαϊκό λογοτεχνικό περιοδικό SEMICERCHIO στο τεύχος του 1998 με τίτλο «Esiste la poesia europea»? «Υπάρχει Ευρωπαϊκή ποίηση»; Σας αφιέρωσε ένα τιμητικό άρθρο του Mauro Giachetti. Τελικά υπάρχει Ευρωπαϊκή ποίηση; Πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζεται το ήθος αλλά και τα έργα ενός καλλιτέχνη; Μολονότι κάποιες αρετές και σοφίες αναγνωρίζονται δύσκολα ή και ποτέ από την κοινωνία.

Ναι, υπάρχει ευρωπαϊκή ποίηση. Θα απαντήσω πρώτα σε αυτό. Σοβαρή, μετρημένη, αλλά και οργιαστική, εκρηκτική, πυροδοτημένη από τα ανθρωπιστικά ιδεώδη του Διαφωτισμού. Η Ελευθερία του ανθρώπου, η ελευθερία της έκφρασης και της μετακίνησης, της άσκησης ενός επαγγέλματος, της μόρφωσης, το δικαίωμα στην Υγεία, στην Ισονομία, στη Δικαιοσύνη, το απαράγραπτο αίτημα όλων των λαών του κόσμου για Αδελφοσύνη, η κυτταρική νοσταλγία μας για τον χαμένο παράδεισο, το «ωκεάνιο συναίσθημα» που συνέχει και κατέχει όλους τους αυθεντικούς ποιητές… Όλ’ αυτά είναι η ουσία, το κοινό μας με τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς. Το μόνο desideratum του αναγεννησιακού ανθρώπου που επεκτείνεται στο σύμπαν το πλατύ διαστέλλοντας τη νόηση κι εμπλουτίζοντας διαρκώς την πνευματικότητά του. Όσο για τα βραβεία, τι να σας πω; Είμαι σε επιτροπές που τα μοιράζουν κι ενίοτε – σπανίως – βραβεύομαι κι εγώ, όπως έγινε φέτος στην Πολωνία, στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης του Πόζναν, όπου τιμήθηκα με το μετάλλιο Νίκος Χατζηνικολάου για την δίγλωσση ποιητική μου συλλογή «Έρωτας για την Ελευθερία» σε μετάφραση του ελληνιστή Καθηγητή Παβέου Κρούπκα, που τον ευχαριστώ πολύ. Όμως εγώ, μέσα μου, πιο πολύ απ’ όλα χάρηκα μια τρίγλωσση ποιητική μου συνομιλία (ελληνικά-αγγλικά-γιαπωνέζικα) με την διακεκριμένη γιαπωνέζα ποιήτρια Maki Starfield, που κυκλοφορεί τώρα και στα πορτογαλικά σε βιβλίο με τίτλο “Enlightenment” («Φώτιση»). Δεν είναι ματαιοδοξία, αλλά υγιής ανάγκη να επικοινωνήσουμε με τους άλλους, έξω από εμάς και τα τετριμμένα μικροπροβλήματά μας. Αυτή η διεθνής κυκλοφορία του έργου μου είναι που με κρατάει έξι δεκαετίες τώρα και πυρώνει το πνεύμα μου για άλλες έξι τουλάχιστον!!! [γέλια].

Μιλήστε μας για την ποιητική σας συλλογή στα γαλλικά « EROS PALIMPSETE», η οποία σας χάρισε και το βραβείο Maurice Grunwald του Conseille General της Mosselle.

Ήμουνα τότε φοιτητής στη Νέα Σορβόννη, στο Παρίσι του τέλους του εικοστού αιώνα. Κυκλοφορούσε ήδη ένα μυθιστόρημά μου στα γαλλικά και περίμενα να εκδοθεί μια θεατρική τριλογία μου στα γαλλικά, όταν πήρε το μάτι μου την προκήρυξη ενός διεθνούς διαγωνισμού γαλλόφωνης ποίησης στον οποίο και συμμετείχα, από ανάγκη επικοινωνίας και για να δοκιμαστώ σε μια γλώσσα που δεν ήταν η μητρική μου. Έγραψα λοιπόν εκατό (ναι, εκατό!) ποιήματα, πρωτότυπα κι ερωτικά (ήμουνα νέος ακόμα) και τα έστειλα ταχυδρομικώς με ψευδώνυμο. Λίγους μήνες μετά πήρα μία πρόσκληση να μεταβώ κάπου στην Αλσατία προκειμένου να ακούσω τα αποτελέσματα αυτού του διαγωνισμού και να παραστώ στην τελετή βράβευσης των νικητών. Από περιέργεια περισσότερο και χωρίς φρούδες ελπίδες πήρα σεμνά και ταπεινά το τραίνο, άλλαξα κάπου συρμό (δεν θυμάμαι πια που) και βρέθηκα βράδυ στην υπέροχη γαλλογερμανική πόλη Mosselle, όπου κατέλυσα στο πρώτο ξενοδοχείο που βρήκα μπροστά μου. Συνήθως δεν κλείνω δωμάτιο από πριν. Την επόμενη μέρα φόρεσα ένα φθαρμένο αλλά όχι τρύπιο τζην, ξύρισα το κεφάλι μου και πήγα σε έναν καθεδρικό ναό όπου θα γινόταν η τελετή. Εκεί, προς μεγάλην μου έκπληξιν άκουσα το όνομά μου και βρέθηκα ανάμεσα στην φιλαρμονική του δήμου να παίρνω όχι μόνο το «Μεγάλο Διεθνές Βραβείο της Ποιητικής Οδύσσειας», αλλά και το «Βραβείο Maurice Grunwald», ένα μπρούτζινο κύπελλο πρωταθλητή με το όνομά μου χαραγμένο στην πινακίδα της βάσης κι έναν πίνακα (μια εκπληκτική ελαιογραφία) ως δώρο των διοργανωτών. Στο επίσημο δείπνο ήμουνα βουβός και δεν έπινα (δεν πίνω καθόλου) βαθύτατα συγκινημένος από την απρόσμενη τιμή. Ξαναμπήκα στο τραίνο (στα τραίνα) της επιστροφής στο Παρίσι και παντού με αντιμετώπιζαν ως V.I.P. Δεν είναι συνηθισμένο να κουβαλάει ένας άνθρωπος κύπελλο πρωταθλητή, έναν τεράστιο πίνακα υπό μάλης και δύο περγαμηνές αψόγως διπλωμένος. Εκείνο όπως που ήταν για τους Γάλλους υψίστη τιμή δεν ήταν ως φαίνεται για τους Έλληνες. Όταν γύρισα νύχτα στο τότε Ανατολικό Αεροδρόμιο (1999) με ανέκριναν οι τελωνειακές αρχές για το πού βρήκα όλα αυτά τα μπιχλιμπίδια. Σώθηκα χωρίς πολλά πολλά αφού τους επέπληξα που δεν γνωρίζουν τον πρωταθλητή Ελλάδος στο σούμο!!! Ναι, ναι. Αυτό τους είπα για να με αφήσουν ήσυχο. Αυτοί είμαστε. Έχετε να πείτε τίποτα;

Στην Ελλάδα κυριαρχεί περισσότερο η βιβλιοπαρουσίαση ή κριτική; Ποια χαρακτηριστικά και ποιες προϋποθέσεις οφείλει να διαθέτει και να τηρεί ένας κριτικός λογοτέχνης;

Στην Ελλάδα τυπώνονται εκατοντάδες ποιητικές συλλογές αυτοψυχαναλυτικές, εξομολογητικές, κακόγουστες, άμουσες, άνευ στοιχειωδών δεξιοτήτων στη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Οι φιλόδοξοι «πονητές» δεν κατέχουν ούτε στο ελάχιστο τα εκφραστικά τους μέσα. Βιάζονται να πληροφορήσουν το Πανελλήνιο για τα πάθη, τους πόθους και τις κακίες τους. Έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Αν κάναμε ένα ανώνυμο γκάλοπ και στην προσεχή δημοσκόπηση τους ρωτούσαμε αν θεωρούν τον εαυτό τους ικανό για να πάρει (όχι απλώς να διεκδικήσει) το Νόμπελ Λογοτεχνίας, θα βρισκόμασταν έκπληκτοι μπροστά σε 1200 (περίπου) υποψήφιους νομπελίστες. Κι όπως έλεγε ένας διάσημος νεκρός πλέον «γίνανε γνωστοί στο χωριό τους και νομίζουν πως μπορούν να παραβγούν με τα θηρία της οικουμένης». Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί δεν υπάρχει αυστηρή, επιστημονική, θεσμοθετημένη κριτική. Όλοι περιμένουν να τους χαϊδέψεις τα αυτιά και να τους αναδείξεις σε μεγαλειώδεις φυσιογνωμίες. Αυτή η σοβαροφάνεια θα τους φάει. Κι αν τολμήσεις να ψελλίσεις ένα «αλλά…», ε, τότε «ποιος είδε τον θεό και δεν τον φοβήθηκε!!!». Σε κατηγορούν ότι αποδόμησες την προσωπικότητά τους και σε απειλούν ότι δεν θα σε ξανακαλέσουν να μιλήσεις σε παρουσίαση του βιβλίου τους. Γιατί, βλέπετε, είναι όλοι τους τόσο σπουδαίοι που κινδυνεύει να βουλιάξει η Ελλάδα από το βάρος του πνεύματός τους. Τι να πω; Είμαι ευγενής άνθρωπος εκ φύσεως, γενναιόδωρος κι αντιπαθώ τους διαπληκτισμούς. Μου χαλάνε την ηρεμία μου. Εγώ χρειάζομαι γαλήνη για να δημιουργήσω τα ποιήματά μου. Δεν αντέχω τους τσακωμούς. Όταν δεν μου αρέσει κάτι, όταν το θεωρώ κατάπτυστο δεν γράφω. Το ρίχνω στον μπλε κάδο της ανακύκλωσης. Μακάρι κι οι άλλοι ομότεχνοί μου το ίδιο.

Ποίηση και τζαζ. Ποιά είναι η σχέση τους;

Η τζαζ γεννήθηκε από την έκδηλη σωματικότητα, από τον διονυσιακό ρυθμό των αφροαμερικανών κι είναι ο αντίλογος, η αντίστιξη στη σύγχρονη δήθεν «σοβαρή» μουσική μας. Βεβαίως υπάρχει κι αυτή. Και καλά θα κάνει να συνεχίσει να υπάρχει. Η κλασική μουσική είναι ιεροτελεστία. Διασώζει και διαιωνίζει τις αρμονικές του Πυθαγόρα. Διαφυλάσσει την Ιερά Γεωμετρία μέσα από την αρχιτεκτονική δομή των σοφά συντονισμένων μερών της. Όμως η τζαζ είναι η ελευθερία του σώματος που μας θυμίζει (αμυδρά έστω) την παραδείσια εκείνη εποχή όπου σώμα, ψυχή και πνεύμα ήτανε ένα.

Εδώ θα σας απαντήσω με ένα ποίημά μου: «Αναπαύομαι στις λέξεις όπως οι φακίρηδες στα καρφιά. Η γλώσσα είναι ένας κώδικας. Το σώμα ένας άλλος. Αναζητώ για όλους μας τον δρόμο όπου σώμα και ποίηση γίνονται Ένα».

Δεν έβαλα επίτηδες δείκτες αλλαγής του στίχου, γιατί πιστεύω ότι η ποίηση είναι ρυθμός χορευτικός. Ούτως ή άλλως. Όπως και η τζαζ. Είναι για να την χορέψεις, όχι για να την ακούς ακίνητος σα να έχεις καταπιεί μπαστούνι.

O Γάλλος ποιητής, Charles Baudelaire, σε μία περίοδο που τα όρια της λογοτεχνίας και της ποίησης ήταν συγκεχυμένα, είχε γράψει «Να είσαι ποιητής, ακόμη και στον πεζό λόγο». Συμφωνείτε; Στη σημερινή εποχή, υπάρχουν όρια ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία;

Δεν υπάρχουν όρια. Στη σημερινή εποχή δημιουργούνται καθημερινώς υβρίδια, αμαλγάματα, συσσωματώσεις. Κι αυτό είναι θεμιτό, είτε μας αρέσει είτε όχι. Η «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη είναι περισσότερο ποιητική από την πλειονότητα των στιχουργημάτων που γράφτηκαν στην εποχή του. Δεν είναι η ομοιοκαταληξία και το όποιο μέτρο, δεν είναι η δομή και οι αλχημείες που διακρίνουν την καλή ποίηση. Είναι ο πλούτος της γλώσσας, ο πλούτος των συναισθημάτων και ο ρυθμός, η χορευτική κίνηση, «τα κινήματα της ψυχής» που έλεγε κι ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός. Αν δεν δονείται λογοτέχνης κι αναγνώστης, ας το αφήσουμε, μην το παιδεύουμε το ταλαίπωρο κείμενο. Ας πάμε μία βόλτα, ας πιούμε μια πορτοκαλάδα με φίλους. Κάποτε τα λαϊκά τραγουδάκια είναι απείρως ποιητικότερα από πολλά διανοουμενίστικα επιτεύγματα. Αυτό εξάλλου λέει και διατείνεται ο Μολιέρος στον διαχρονικό «Μισάνθρωπό» του. Ο Αλσέστ είναι η παιδική καθαρή φωνή της τιμιότητας σε έναν κόσμο διεφθαρμένο, αλλοτριωμένο, διεστραμμένο και δυστυχισμένο. Κανένα βραβείο δεν τους σώζει. Καμία αναγνώριση δεν υπεραναπληρώνει τις αναπηρίες της ψυχοσωματικής τους δομής. «Οι άνθρωποι που πετυχαίνουν αποτυγχάνοντας», όπως θα έλεγε ο Φρόιντ. Θλιβερό. Και τόσο κοινό. Ο ίδιος όμως ο «πατέρας της ψυχανάλυσης» τόλμησε να δηλώσει: «εκεί που έφτανα σαν επιστήμονας είχε ήδη περάσει ένας ποιητής». Όταν ποιητής είναι.

Σε παρελθόντα χρόνο, η ποίηση ήταν συλλογική από την άποψη της απαγγελίας μπροστά σε κοινό ή τις αναγνώσεις σε ποιητικά σαλόνια. Ωστόσο ο Νικόλας Κάλας , έλεγε ότι η ποίηση πρέπει να διαβάζεται στη σιωπή. Στη σύγχρονη εποχή πως διαβάζεται τελικά η ποίηση;

Σήμερα η ποίηση φωνασκεί, από ραδιοφώνου και διαδικτύου, από τηλεοράσεως και ψηφιακών μέσων μαζικής πληροφόρησης. Τόσες παρουσιάσεις βιβλίων έχουν υποκαταστήσει την ανάγκη του ανθρώπου «δια άρτον και θεάματα». Η εποχή μας είναι παρακμιακή, μεταβατική, μεταιχμιακή. Ακριβώς όπως κι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στο ξεσάλωμά της. Είναι η φυσική η ενστικτώδης ανάγκη του ανθρώπου να χαρεί τη ζωή πριν βουλιάξει στο υποτιθέμενο σκότος της ανυπαρξίας. Όμως ο σοφός Ηράκλειτος προειδοποιεί πως «αν οι άνθρωποι γνώριζαν τι επακολουθεί θα έμεναν έκπληκτοι» από τον ποταμό υλοενέργειας και Φωτός εις τον οποίον καλούνται να κολυμβήσουν… Η σιωπή, ναι, είναι απαραίτητη όταν γράφεις. Είναι αναγκαστική κι απαραίτητη όταν μελετάς. Είναι ικανή κι αναγκαία συνθήκη για να αφομοιώσεις τον κώδικα και την ιδιόλεκτο ενός άλλου. Όμως η ποιητική συνδημιουργία είναι συλλείτουργο, είναι οργιαστική γονιμολατρική τελετή, είναι πανδαισία, πανηγύρι και καρναβάλι μαζί, τραγούδι και χορός, ξεφάντωμα κι έκσταση, διονυσιασμός και βακχική μανία. Μονάχα οι «δια ποίησιν σαλοί» είναι οι σύγχρονοι προφήτες και μάντεις. Οι μόνοι που μπορούν ανιδιοτελώς να οραματιστούν το Μέλλον και να μεταγγίσουν το ομηρικόν Φάος στις στεγνές και άνυδρες ζωές μας. Όλα τα άλλα είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις». Ο ποιητής είναι χαρίεν όν, «όταν άνθρωπος είναι». Κι είναι το πιο αξιολύπητο κι αξιοκατάκριτο άτομο όταν εκπέμπει φληναφήματα και το παίζει δοκησίσοφος. «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Όσο πιο βαθιά βουτάω στο ποιητικό ηφαίστειο τόσο πιο γυμνός κι αδαής νιώθω. «Όλα τα άλλα είναι σιωπή», που θα έλεγε κι ο σαιξπηρικός Άμλετ. Ιερά σιγή. Εκεί που δεν επιτρέπεται και δεν πρέπει να ομιλούμε, οι νοήμονες.

Η φράση “ο Καβάφης είναι ο ποιητής του μέλλοντος”, από τον ίδιο τον Καβάφη, πως την σχολιάζετε; Τι διαφορετικό είχε η Καβαφική ποίηση σε σχέση με άλλους ποιητές και γνώρισε τόση μεγάλη απήχηση τόσο στους Έλληνες όσο και στους ξένους αναγνώστες;

Ο Καβάφης ήταν δραματικός. Έστηνε θέατρα και τα χαλούσε με την απαράμιλλη σκηνοθετική του ικανότητα να συμπυκνώνει την Ιστορία και να δημιουργεί ταχυδράματα ανεξίτηλα στη μνήμη. Οι λέξεις του είναι απλές. Η ιδιόλεκτός του ελαφρώς εξεζητημένη. Όμως είναι αυτός εκείνος που τόλμησε να συζεύξει αρμονικά την ποίηση με την πεζογραφία και το δοκίμιο με τον λυρισμό. Ανυπέρβλητο κατόρθωμα. Μοναδικό. Μπορεί άνετα και δύναται να συγκαταλεχθεί στους μεγάλους ποιητές της «Παλατινής Ανθολογίας».

Πως αντιλαμβάνεστε τη φράση του αείμνηστου Μάνου Χατζιδάκι: «Η τέχνη πιστοποιεί την αναπηρία μας και ο καλλιτέχνης, αυτός που πραγματοποιεί την τέχνη, συνθέτει ένα ύποπτο είδος πολίτη»;

Πρόκειται για τον μύθο του «καταραμένου ποιητή», του απόβλητου, του περιθωριακού, του «αποδιοπομπαίου φαρμακού-τράγου». Όχι, δεν πιστεύω πια σε αυτό. Κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι του Χρόνου. Η απενοχοποίηση της ερωτικής επιθυμίας οδήγησε σε ελεύθερα όντα που ελεύθερα δημιουργούν κι ελεύθερα πράττουν (όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο Μεγάλος Αλεξανδρινός).

«Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε», είπε ο Πωλ Βαλερύ. Υπάρχει δυσπρόσιτη ποίηση και χάσμα ανάμεσα στον ποιητή και στον αναγνώστη; Τι πιστεύετε ως δημιουργός ποιητικών συνθέσεων;

Αν ο άλλος δεν με καταλαβαίνει είναι δικό μου το λάθος. Αν εγώ δεν ξέρω τι θέλω να πω δεν μπορώ να κρύβω την ανικανότητα και την τεχνική αναπηρία μου πίσω από δικαιολογίες. Η μεγάλη λόγια ποίηση όλων των εποχών δικαιωνόντουσαν μόνον από τον Λαό, τον μοναδικό και δίκαιο Κριτή, πριν από τον Χρόνο, τον πανδαμάτορα. Τις άριες από τις όπερες του Βέρντι, τις μονωδίες του Ευριπίδη, τα χορικά του Αισχύλου τα τραγουδούσαν οι αγράμματοι εργάτες, όπως φάνηκε στην καταστροφική Σικελική Εκστρατεία. Μόνον εκείνοι από τους αιχμαλώτους που ήξεραν απέξω στίχους του Αισχύλου, μόνον εκείνοι απελευθερώθησαν. Αυτό τα λέει όλα. Ακόμα και οι τύραννοι λυγάνε κάτω από τη μεγάλη, την ουσιαστική, την αυθεντική Ποίηση. Γιατί είναι πανανθρώπινη, απέχει παρασάγγας από την Οίηση κι αγγίζει όλες τις χορδές, όσο καλά κρυμμένες κι αν είναι.

κ. Μπούρα, θα ήθελα να μεταφερθούμε σε μία άλλη σας ενασχόληση, Το θέατρο. Έχετε παρουσιάσει διαφορά θεατρικά έργα, όπως το μονόπρακτο του «Θέσπις» , « Ο θάνατος του Ευριπίδη», το «Επέκεινα» το οποίο ανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν στα πλαίσια του ANALOGIO FESTIVAL 2018, καθώς και το «Όλη η τραγωδία σε μια ώρα» που ανέβηκε επίσης στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν στο πλαίσιο του ANALOGIO FESTIVAL 2019. Μάλιστα, έχετε συγγράψει κι επιμεληθεί πολλά βιβλία για το ελληνικό θέατρο. Τι σημαίνει θέατρο για εσάς; Ο χώρος του θεάτρου εξακολουθεί να έχει την αίγλη που είχε στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του;

Το θέατρο για μένα είναι οξυγόνο κι ανάσα ζωής. Μέσα από το θέατρο μπόρεσα να κατανοήσω την δυσλειτουργική οικογένειά μου και να την υπερβώ. Μπόρεσα να δω τα ελαττώματα και τα προτερήματά μου. Επιχειρώ να εκμηδενίσω τα πρώτα και να αξιοποιήσω τα δεύτερα. Το θέατρο είναι ένας καθρέφτης. Πολυδιαστασιακός κι ενίοτε παραμορφωτικός. Μας χαρίζει όμως, κατόπιν μακράς ενασχόλησης και σπουδών ένα κλάσμα της πολυπόθητης αυτογνωσίας. Κι αυτό είναι το κέρδος. Όσο για την αίγλη, «ό,τι γυαλίζει δεν είναι χρυσός». Με τα χρόνια διδασκόμεθα να διακρίνουμε το αυθεντικό Φως από τα κίβδηλα μέταλλα, τα ηχώντα και αλαλάζοντα, τα στερούμενα Αγάπης, όπως έγραψε ο Απόστολος Παύλος, ο Απόστολος των Εθνών, στην «Προς Κορινθίους» επιστολή του. Κι οι Κορίνθιοι της εποχής εκείνης κάτι θα ήξεραν από επίδειξη, λούσα και πολυτέλεια…

Ο προηγούμενος αιώνας ήταν αιώνας ιδεολογικών αγώνων. Κουμμουνισμός- Φασισμός-Σοσιαλισμός. Σήμερα υπάρχουν θρησκευτικοί πόλεμοι, πετρέλαιο, επιχειρήσεις. Μια κατάσταση που αλλάζει αναμφίβολα την εικόνα του κόσμου. Συνεπώς και του θεάτρου;

Το θέατρο είναι αντικατοπτρισμός της εποχής. Και μάλιστα με χρονοκαθυστέρηση, σε σχέση με την ποίηση και άλλες μονοπρόσωπες τέχνες. Ως εκ τούτου κάθε φορά καθρεφτίζει τις αγωνίες του ανθρώπου της εποχής μας. Με μια «διαφορά φάσης» (όπως λέμε στην Φυσική) ακόμα και τριάντα ετών, μέχρι να σπάσει το φράγμα της πρόσβασης στο πλατύ κοινό. Περίπου τόσο ή και λιγότερο χρειάζονται τα εικαστικά και μουσικά έργα. Μόνον τα μυθιστορήματα, όταν είναι ενδιαφέροντα, σημαδιακά και πρωτοπόρα, ανεβαίνουν στο θέατρο και διασκευάζονται στον κινηματογράφο ακόμα και μέσα στην πρώτη εικοσαετία από την κυκλοφορία τους. Κακά τα ψέματα, οι μεγάλοι δημιουργοί, που ενέγραψαν πνευματικές παρακαταθήκες για το μέλλον του ανθρώπινου πολιτισμού δεν πρόλαβαν να απολαύσουν την δικαίωση. Ή όταν συνέβη ήταν πολύ γέροι πια για να το χαρούν πραγματικά. Ξέρετε, όσο μεγαλώνεις αποκτάς μια στωική αντιμετώπιση απέναντι στα πράγματα. Εσύ κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς χωρίς να χάνεις πολύ χρόνο με τις αντιδράσεις των άλλων στο πενιχρό σου έργο. Και λίγη ταπεινότητα δεν βλάπτει. Η σεμνότητα αρκεί για ένα μακρό κι ευοίωνο βίο. Όλα τα άλλα θα κριθούν πολύ μετά που θα έχουμε φύγει από εδώ, που θα έχουμε αναχωρήσει από ετούτο το θέατρο που λέγεται «κόσμος». Γι’ αυτό συμβουλεύω συχνά τους νέους λογοτέχνες να μην διαγκωνίζονται. Οι παλιοί ούτως ή άλλως «τα ξέρουν όλα»…

κ. Μπούρα, είναι απορίας άξιο πως καταφέρνετε να συνδυάζετε το επάγγελμα του μηχανολόγου-μηχανικού και παράλληλα να υπηρετείτε την τέχνη. Είναι δυο εντελώς διαφορετικοί κλάδοι. Ο καθένας με τις δυσκολίες και τις απαιτήσεις του. Πως τα καταφέρνετε όλα μαζί;

Ο Αντώνης Σαμαράκης, όταν διακρίθηκα νεότατος σε έναν πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό συγγραφής διηγήματος, με συνεβούλευσεν να μην εγκαταλείψω τις σπουδές στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο για να μπορώ να γράφω ό,τι θέλω, όποτε θέλω, χωρίς το άγχος του ταμείου και να μπορώ να λέω κάποιες αλήθειες με την Ελευθερία που η ένδεια, η απόλυτη φτώχεια δεν επιτρέπει. Έτσι έφτασα σχεδόν στα εξήντα μου να μην το έχω μετανιώσει καθόλου που ακόμη δουλεύω (και θα δουλεύω για άλλα δέκα χρόνια) σε ένα μάλλον ψυχοφθόρο επάγγελμα με άπειρες προκλήσεις και συναδελφικά μαχαιρώματα, με αντεγκλήσεις και φθονερές επιθέσεις, μόνο και μόνο για να μπορώ να διατηρήσω μέχρι τέλους την πολυπόθητη Ελευθερία της Σκέψης και της Έκφρασης. Κι αυτός – πιστέψτε με – είναι ο μόνος πλούτος που χρειάζομαι. «Εκεί που είναι η ψυχή σου εκεί είναι ο θησαυρός σου». Έτσι δεν είπεν ο Ιησούς Χριστός; «Εκεί που είναι ο θησαυρός σου είναι και η ψυχή σου». Και τ’ ανάπαλιν. Κι εγώ μόνο για δύο πράγματα ζω και νοιάζομαι: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς, αξιότιμη κι εκλεκτή κυρία Βάγια Σεραφειμίδου, για αυτή την ευκαιρία που μου δώσατε να επικοινωνήσω με ανθρώπους που δεν έχω συναντήσει και δεν έχω γνωρίσει ακόμη. Επικοινωνία. Αυτός είναι ο κύριος στόχος μου. Όλα τα άλλα έπονται.

Δρ. Κωνσταντίνος Β. Μπούρας http://www.konstantinosbouras.gr

Τη συνέντευξη επιμελήθηκε η BAΓIA ΣEPAΦEIMIΔOY Δημοσιογράφος Πολιτικός Eπιστήμων.