Αχιλλέας Ραζής: “Κάθε καινούργια ενότητα έργων ή κάθε εικονογραφημένο βιβλίο που ξεκινάω θέλω να είναι μια πραγματικά νέα περίοδος στη δουλειά μου”

Photo by Δημοσθένης Μπογιατζής

“Τα άμεσα σχέδιά μου είναι να τελειώσω την εικονογράφηση ενός δικού μου παιδικού βιβλίου χωρίς λόγια και να ολοκληρώσω την ενότητα έργων για την επόμενη ατομική μου έκθεση που θα γίνει στη γκαλερί Σκουφά μέσα στο 2022.”

ΠΛΑΤΕΙΑ 2011

Πως και πότε ξεκινήσατε να ασχολείστε συστηματικά με τη ζωγραφική; Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζωγράφιζα. Αυτή ήταν η καθημερινή μου απόλαυση που έγινε συνήθεια. Από μωρό χάζευα τον πατέρα μου, Άγγελο Ραζή, να ζωγραφίζει ώρες ατέλειωτες στο εργαστήριο του. Στο σπίτι κλεινόμουν οικειοθελώς στη δική μου «καραντίνα» και ζωγράφιζα μ’ ένα στυλό Bic κάτω στο πάτωμα σε χαρτιά Α4. Φανταζόμουν ολόκληρες ιστορίες. Τις αποτύπωνα πάνω στο χαρτί, βυθιζόμουν εντελώς σ’ αυτή τη διαδικασία, κάνοντας μάλιστα και ήχους με το στόμα για να δώσω ακόμα περισσότερη ένταση στη δράση. Είχα μάθει να μη βαριέμαι με τον εαυτό μου να περνάω ωραία μαζί του. Με άλλα λόγια ήμουν αυτάρκης. Αυτό το στοιχείο το κράτησα νομίζω, μέχρι σήμερα. Συστηματικά με τη ζωγραφική, όμως άργησα ν’ ασχοληθώ. Ίσως επειδή κι ο πατέρας μου ήταν επαγγελματίας ζωγράφος, αντιδρούσα, ως έφηβος, κι έλεγα ότι θέλω π.χ. να γίνω διερμηνέας- μεταφραστής (!) ή κινηματογραφικός σκηνοθέτης, χωρίς φυσικά να επιθυμώ τίποτα από τα δυο πραγματικά. Τα παράτησα σε λίγους μήνες. Ξανάρχισα φροντιστήριο για την Καλών Τεχνών κι έδωσα κάπως απροετοίμαστος εξετάσεις στην Καλών Τεχνών. Απέτυχα την πρώτη φορά και πήγα στο στρατό. Μετά την εικοσάμηνη θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό, όπου είχα άπειρο χρόνο να σκεφτώ τι πραγματικά ήθελα να κάνω στη ζωή μου, αποβάλλοντας τα περιττά διλλήματα και τις «δυσκολίες» που με βασάνιζαν πέρασα τελικά στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, φοιτώντας στο Εργαστήριο του Λάκη Πατρασκίδη αρχικά και σ’ αυτό του Χρόνη Μπότσογλου αργότερα. Η Σχολή μας μόλις είχε μεταφερθεί στο νέο κτίριο σ’ αυτό της Πειραιώς. Παράλληλα με αυτή την κτιριακή αλλαγή, υπήρχε και αλλαγή τάσης : το βίντεο αρτ, ήδη παλιό στον υπόλοιπο κόσμο οι εικαστικές εγκαταστάσεις, η ομάδα των Young British Artists και γενικώς ό,τι ερχόταν αμάσητο από το Λονδίνο ή το Βερολίνο, έδινε κι έπαιρνε. Μια νέα «ακαδημία» άρχισε να εγκαθίσταται στη θέση της παλιάς. Όσοι πραγματικά ήθελαν να κάνουν κάτι διαφορετικό, εμμονικό και εντελώς δικό τους ξεχώριζαν αμέσως, ανεξαρτήτως τεχνοτροπίας, υλικού ή μέσου. Εκεί ξαναβρήκα παιδιά που γνώριζα από το Στέφο, το θρυλικό φροντιστήριο προετοιμασίας για την Καλών Τεχνών, με παρεμφερή ενδιαφέροντα και ενθουσιασμό. Εκεί έκανα φίλους. Με κάποιους απ’ αυτούς συνεχίζω έως σήμερα. Αργότερα τελειώνοντας τη Σχολή, μόνος μου αποφάσισα να αφιερωθώ στη ζωγραφική και από τη στιγμή που το αποφάσισα, δεν το άφησα ποτέ. Είναι τόσο συνδεδεμένη,
εδώ και χρόνια, με την καθημερινότητα μου, που ξεχνώ εντελώς τις όποιες αντιξοότητες του «επαγγέλματος». Έχω πια δική μου οικογένεια, υποχρεώσεις, εικονογραφώ βιβλία, διδάσκω παράλληλα ζωγραφική σε σχολεία αλλά πάντα έχω στο μυαλό μου κάποιο έργο που πρέπει να ξεκινήσω, σκέφτομαι συνεχώς τον τρόπο που πρέπει να γίνει, ώστε να μην μοιάζει με τα προηγούμενα κι αυτό μου δίνει νόημα και μια αίσθηση συνέχειας στο χρόνο.

ΠΑΝΗΓΥΡΙ 2014

Σε ποιο ρεύμα ή κίνημα θα εντάσσατε τα έργα σας; Από που αντλείτε την έμπνευση σας; Η δουλειά μου θα έλεγα ότι κινείται στο χώρο της παραστατικής ζωγραφικής. Αυτό βέβαια είναι μια έννοια λίγο γενική, μια τεράστια ομπρέλα, πολύ βολική, που στεγάζει όλων των ειδών τις «παραστατικότητες»: από στείρες νέο ακαδημαϊκές απόπειρες μέχρι διάφορες κακοχωνεμένες ερμηνείες των σύγχρονών ζωγράφων της εποχής της παγκοσμιοποίησης. Κάτω απ’ αυτή την τεράστια «ομπρέλα» βρίσκομαι κι εγώ, νομίζω. Ξεκινάω πάντοτε από την καθημερινότητα: Kάτι που είδα το πρωί στο δρόμο ή σ’ ένα ταξίδι (όταν ακόμη κάναμε ταξίδια!). Συχνά μου αρκεί να βρω έναν τίτλο για ν’ αρχίσω να σκέπτομαι ένα καινούργιο έργο. Μετά το δουλεύω μέσα μου, το σκέπτομαι συνέχεια, ακόμα και λίγο πριν κοιμηθώ. Δεν νομίζω τελικά πως μ’ ενδιαφέρει τόσο η καταγραφή της πεζής πραγματικότητας, όσο το να φτιάξω κάτι άλλο μέσω αυτής, κάτι πέρα απ αυτήν. Να αφηγηθώ κάτι. Τελευταία με ελκύει πολύ το αστικό τοπίο και η φύση που ξεπετάγεται, σαν λάθος πια, μέσα από το κενό που αφήνουν τα κτήρια. Mέσα σ’ αυτό το “πανόραμα” ζωγραφίζω τους ανθρώπους πιο μικρούς, όπως έκανε ο Bruegel, να κατοικούν και να περιφέρονται μέσα σ’ αυτό το νέο, αυτοσχεδιαστικά διαμορφωμένο τοπίο. Όταν όμως αρχίζω να δουλεύω πραγματικά όλες οι «θεωρίες» υποχωρούν και αυτό που με απασχολεί πιο πολύ είναι μια υποβλητική δομημένη σύνθεση που να εντείνει το στοιχείο της αφήγησης. Επίσης προσπαθώ να καλλιεργήσω την ικανότητα του να αφαιρείς τα περιττά. Θέλει κόπο αυτό. Η πρόσφατη ενασχόληση με την εικονογράφηση παραδόξως, μου το έμαθε αυτό. Μου έμαθε επίσης, να χρησιμοποιώ εναλλάξ την ήσυχη και την ανήσυχη γραφή επάνω στην επιφάνεια του πίνακα. Το αποτέλεσμα είναι πολύ γοητευτικό όταν μια αφαιρετική φόρμα συνυπάρχει με μια μικρή καλοζωγραφισμένη λεπτομέρεια, κι αυτό το ανακάλυψα πρόσφατα.

Υπάρχουν προσωπικότητες ή άλλοι καλλιτέχνες που έχουν επηρεάσει το έργο σας; Ο Τσαρούχης είναι από τους λίγους Έλληνες, του οποίου το έργο επισκέπτομαι τακτικά, όλα αυτά τα χρόνια. Ήμουν παιδί ακόμα όταν, στο εργαστήριο του πατέρα μου, ξεφύλλιζα ένα βιβλίο με τη δουλειά του και μαγευόμουν. Την έβρισκα όμως και πολύ οικεία, σαν ενός παιδιού που προσπαθεί να ζωγραφίσει σαν μεγάλος αλλά δεν τα καταφέρνει, ευτυχώς για μας, κι όμως συνεχίζει να προσπαθεί. Αυτό οφείλεται, νομίζω, στον παιδικό ενθουσιασμό του, που δεν τον έχασε ποτέ στη ζωή του και σε μια περιέργεια να γνωρίσει την Ελλάδα απ την αρχή, ζωγραφίζοντάς την. Μια αντίστοιχη περίπτωση ξένου καλλιτέχνη είναι αυτή του David Hockney. Ο Edward Hopper επίσης είναι μια διαρκής επιρροή για μένα. Eίδε την Αμερική σαν ένα συναρπαστικό σκηνικό με μοναχικές φιγούρες. Η λιτότητά του, ο ρόλος του φωτός και του κενού χώρου στα έργα του είναι ένα καλό μάθημα για όποιον ζωγράφο ρέπει επικινδύνως προς τη φλυαρία.

ΔΥΟ ΣΠΙΤΙΑ 2018

Ποιά είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που έχετε θέσει στον εαυτό σας ως καλλιτέχνης; Μικρές προκλήσεις θέτω στον εαυτό μου, όχι απαραίτητα «ηχηρές» όμως. Δεν θέλω να πέσω στην παγίδα της αναπαραγωγής των «ευκολιών» μου, να επαναλαμβάνω πράγματα που έχω ήδη κατακτήσει και που δεν τα πιστεύω πια. Κάθε καινούργια ενότητα έργων ή κάθε εικονογραφημένο βιβλίο που ξεκινάω θέλω να είναι μια πραγματικά νέα περίοδος στη δουλειά μου.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ 2020

Πόσο αποδεκτή είναι η Τέχνη στην Ελλάδα σήμερα και τι ρόλο καλείται να παίξει στον δημόσιο χώρο; Είναι φορές που απογοητεύομαι πολύ από τη θέση της τέχνης στο σύγχρονο ελληνικό βίο. Η συμπεριφορά των δήθεν σχετικών με τη τέχνη που καμαρώνουν πως καταλαβαίνουν περισσότερα από τους άλλους είναι το ίδιο αποκαρδιωτική με τον αρχικελευστή που είχα κάποτε στο πολεμικό ναυτικό που μου έλεγε «Πικάσο ! θέλω να μου βάψεις όλες τις τουαλέτες τέλεια» . Είμαστε πολύ πίσω δυστυχώς. Ούτε την ευαισθησία μας καταλαβαίνουν ούτε την άλλη ματιά μας για τα πράγματα έχουν ανάγκη. Ούτε μας συμβουλεύονται, φυσικά. Τα βλέπουν όλα χοντρά- χοντρά και αντιμετωπίζουν τον καλλιτέχνη ως κάτι τρελούτσικο κι εξωτικό. Έχουμε κι εμείς ευθύνη δεν λέω καλλιεργούσαμε το φλού απαιτώντας παράλληλα και τα λεφτουδάκια από το κράτος. Από την άλλη σκέφτομαι, ότι όλα αυτά μπορούν να διορθωθούν στο μέλλον και για αυτό μπορώ και συνεχίζω. Η αρχή όμως πρέπει να γίνει άμεσα από την εκπαίδευση, να τεθούν από την αρχή ισχυρές βάσεις από τις μικρότερες βαθμίδες. Έχουν γίνει και γίνονται εγκλήματα εκεί. Πόσοι νέοι έλληνες γνωρίζουν τουλάχιστον πέντε έλληνες ζωγράφους; H ελληνική και διεθνής τέχνη η μουσική, η λογοτεχνία, το θέατρο, ειδικά στις νεώτερες εκφάνσεις τους, διδάσκονται, στην καλύτερη περίπτωση, με τρόπο συμβατικό, ως πράγματα αποκομμένα απ την κοινωνία. Αν θέλουμε να σώσουμε τις επόμενες γενιές πρέπει να κινηθούμε αποφασιστικά από δω και πέρα.

Ποιά είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Τα άμεσα σχέδια μου είναι να τελειώσω την εικονογράφηση ενός δικού μου παιδικού βιβλίου χωρίς λόγια και να ολοκληρώσω την ενότητα έργων για την επόμενη ατομική μου έκθεση που θα γίνει στη γκαλερί Σκουφά μέσα στο 2022.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ 2021

Σύντομο βιογραφικό.

Αχιλλέας Ραζής https://achilleasrazis.gr/el/

Γεννήθηκε το 1975. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με δασκάλους τον Χρόνη Μπότσογλου και τον Λάκη Πατρασκίδη. Έχει πραγματοποιήσει έξι ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής σε Αθήνα και Λευκωσία, εκ των οποίων τις τρεις στο πλαίσιο της Διεθνούς Συνάντησης Σύγχρονης Τέχνης της Αθήνας, Art-Athina. Παράλληλα ασχολείται και με την εικονογράφηση βιβλίων για παιδιά. Κάποια εξ αυτών έχουν διακριθεί.
Εικονογράφησε το βιβλίο της Αργυρώς Πιπίνη «Μελάκ, μόνος», που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου 2017 και το Βραβείο Εικονογραφημένου Βιβλίου της ίδιας χρονιάς του περιοδικού «Ο Αναγνώστης».

Επιμελήθηκε και συνδιοργάνωσε την θεματική έκθεση «Στο Υπόγειο Νησί του-18 Εικαστικοί για τον Διονύση Σαββόπουλο», που πραγματοποιήθηκε το Νοέμβριο του 2014 στη γκαλερί Ζουμπουλάκη.

Από το 2005 διδάσκει εικαστικά σε σχολεία της Ειδικής Αγωγής.