Νίκος Αγαθαγγελίδης: “Για όσους έχουν τα μάτια τους ανοιχτά ακόμη και η απλή καθημερινότητα μπορεί να προσφέρει το απαραίτητο «φορτίο» το οποίο θα εκτονωθεί στη συγγραφή”

“Ένα έργο πρέπει να είναι κατάθεση ψυχής, τίποτα λιγότερο… Θα γράψουμε όπως νιώθουμε -όπως πραγματικά είμαστε- απεκδυόμενοι από τα «πρέπει» και τα «αν» και τα «ίσως» των υπολοίπων”

Πριν οτιδήποτε άλλο οφείλω να εκφράσω τις ιδιαίτερες ευχαριστίες μου στον αγαπητό κ. Μιχάλη Γωνιωτάκη για την παρούσα συνέντευξη. Κύριε Μιχάλη, εύχομαι να συνεχίσετε το όμορφο έργο σας. Νίκος Αγαθαγγελίδης

Σε ποια ηλικία ξεκινήσατε να γράφετε; Ξεκίνησα να γράφω… βασικά από τη στιγμή που έμαθα να γράφω. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μου άρεσε να φτιάχνω ιστορίες, άλλοτε έχοντας ως βάση την πραγματικότητα και άλλοτε βγαλμένες εξολοκλήρου από τη φαντασία μου. Ήμουν το παιδί που στα διαλείμματα προτιμούσε να κάθεται στην τάξη και να γεμίζει τις λευκές σελίδες του τετραδίου του. Η οικογένεια με ενθάρρυνε στο να αφοσιωθώ με όλη μου την ψυχή σε αυτό που αγαπώ. Το ίδιοι και οι εκπαιδευτικοί μέσα στα χρόνια. Τους ευχαριστώ όλους. Για μένα η συγγραφή είναι μια ευθεία δίχως σημεία: δεν μπορώ να ανακαλέσω πότε ήταν η αρχή και δεν μπορώ να προβλέψω πού βρίσκεται το τέλος. Ωστόσο, αν με ρωτάτε από πότε ξεκίνησα τη συστηματική γραφή έργων, πάνε εφτά χρόνια που τα έργα μου ξεκίνησαν να έχουν μια ολοκληρωμένη δομή.

Ποια λέξη σας εκφράζει ως συγγραφέα; Υπάρχουν πολλές λέξεις που νιώθω ότι ταυτίζομαι κατά καιρούς. Ωστόσο, μόνο μια είναι που με εξέφραζε και συνεχίζει να με εκφράζει μέχρι σήμερα: ειλικρίνεια. Αυτή η έννοια έχει δυο σκέλη: αρχικά, η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν να ξεπεράσω το εμπόδιο που όλοι οι νέοι συγγραφείς έρχονται αντιμέτωποι. Αυτό δεν είναι άλλο από την προσπάθεια να μιμηθούμε κάποιον καλλιτέχνη που έχουμε σε εκτίμηση. Εντάξει, εν μέρει είναι λογικό στην αρχή· όλοι οι συγγραφείς έχουμε πρότυπα που θα θέλαμε να μοιάσουμε. Παρόλα αυτά, είναι χρέος του καθενός να καταφέρει να απελευθερώσει τη δική του φωνή, το δικό του ύφος. Το δεύτερο σκέλος αφορά την απόφαση του συγγραφέα να γράφει οτιδήποτε τον εκφράζει και τίποτα άλλο. Ένα έργο πρέπει να είναι κατάθεση ψυχής, τίποτα λιγότερο. Αν κάποιος πέσει στην παγίδα του να αναρωτηθεί «τι τραβάει η πιάτσα» τότε έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος του νοήματος. Θα γράψουμε όπως νιώθουμε -όπως πραγματικά είμαστε- απεκδυόμενοι από τα «πρέπει» και τα «αν» και τα «ίσως» των υπολοίπων. Στην συγγραφή δεν μπορεί κανένας να μας περιορίσει πέρα από τον εαυτό μας. Δεν πρέπει να κλεινόμαστε στη στενή οπτική του να ψάχνουμε τι θέλει να διαβάσει ο κόσμος για να το γράψουμε. Είναι λες και το ίδιο το χρυσόψαρο επιδιώκει πάση θυσία να χωθεί στη γυάλα. Θα είναι ασφαλές (;), αλλά το τίμημα είναι δυσανάλογα βαρύ κατά τη γνώμη μου. Όταν ο συγγραφέας καταφέρει να γράψει με ειλικρίνεια, δίχως να βάζει σε καλούπια την ίδια τη γραφή του και δίχως να αυτολογοκρίνεται έχει καταφέρει να κερδίσει μια πολύ σημαντική μάχη στον πόλεμο της τέχνης.

Νιώθετε την έμπνευση πριν τη συγγραφή; Η έμπνευση είναι μια ιδιαίτερη έννοια που μοιάζει με την ελευθερία σε πολλά σημεία: κανένας δε γνωρίζει ποια είναι η ουσία σε όλη την έκταση και ένταση της μέχρι να την στερηθεί. Επομένως, μου είναι πολύ ευκολότερο να ορίσω πότε ΔΕΝ έχω έμπνευση στη καθημερινότητα μου. Σε εκείνες τις φάσεις αποτραβιέμαι, κοιτάζω να αδειάσω το μυαλό μου και να επιστρέψω μόνο όταν θα νιώθω έτοιμος. Ναι, έχω περάσει και γω το μαρτύριο της λευκής σελίδας: στέκομαι απέναντι από ένα άδειο χαρτί (ή μια οθόνη υπολογιστή) και δεν μπορώ να γράψω ούτε μια λέξης. Τίποτα! Αναπόφευκτα αναρωτιέμαι: τι τρέχει με μένα; Το έχασα; Μέχρι εδώ ήταν; Όχι! Η έμπνευση δεν τελειώνει ποτέ. Ένας συγγραφέας παύει να είναι συγγραφέας μόνο όταν το αποφασίσει ο ίδιος. Απλά τυχαίνει να μην είμαστε ρομποτάκια. Δεν έχουμε κανένα κουμπί που να λέει «έμπνευση» (εγώ τουλάχιστον δεν διαθέτω). Δεν τρέχει τίποτα. Λίγο χρόνος και επανέρχομαι δυναμικά. Κατά τα άλλα, όταν δεν βιώνω αυτές τις «φάσεις αποχής», από τη στιγμή που θα σηκωθώ από το κρεβάτι μέχρι να πέσω για ύπνο (μερικές φορές και μέσα στον ύπνο, ναι το έχω ζήσει) είναι μια ατελείωτη περίοδος έμπνευσης. Σε ένα βιβλίο είχα διαβάσει τη φράση ‘there is drama all around us’. Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Για όσους έχουν τα μάτια τους ανοιχτά ακόμη και η απλή καθημερινότητα μπορεί να προσφέρει το απαραίτητο «φορτίο» το οποίο θα εκτονωθεί στη συγγραφή.

Ποια είναι η θεματολογία των έργων σας; Για να δώσω ολοκληρωμένη απάντηση θα έπρεπε να αναλύσω το κάθε ένα έργο ξεχωριστά. Το σίγουρο είναι ότι ως συγγραφέας δεν ανήκω σε ένα συγκεκριμένο είδος (φαντασία, τρόμου, νουάρ, δράμα). Περισσότερο ένα «πάντρεμα» όλων των παραπάνω. Έτσι αποκτά και μεγαλύτερο ενδιαφέρον ένα ανάγνωσμα κατά τη γνώμη μου. Γενικά είναι μια ερώτηση που ποτέ δεν έχω απαντήσει μονολεκτικά. Είναι από τα πρώτα πράγματα που και γω ακόμη θα ρωτήσω έναν συνάδελφο συγγραφέα μόνο και μόνο για να του δώσω την ευκαιρία να μου εξηγήσει ότι η απάντηση δεν είναι εύκολη. Ναι, μοιάζει εύκολο, αλλά δεν είναι. Τα ίδια τα έργα έδωσαν νόημα στις θεματολογίες. Επομένως, η κατηγοριοποίηση τις περισσότερες φορές αποτελεί μια απλή γενίκευση.

Πώς θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας; Επιτρέψτε μου να παραθέσω έναν στίχο των Verve: “Ι’m a million different people from one day to the next”. Ό, τι καταλάβατε.

Σε τι διαφέρει το δικό σας συγγραφικό έργο από οποιουδήποτε άλλου και κατ’ επέκταση γιατί κάποιος να αφιερώσει χρόνο για να το διαβάσει; Δεν μπορώ να απαντήσω γιατί κάποιος αξίζει να διαβάσει έργα μου, αυτό αφορά την προσωπική επιλογή του καθενός. Ωστόσο, αυτό που μπορώ να σας πω είναι γιατί εγώ αφιερώνω χρόνο στο να γράφω. Πρόκειται για μια φυσική ανάγκη. Ειλικρινά, όταν ολοκληρώνω ένα έργο νιώθω περηφάνια. Όχι γιατί δημιούργησα κάτι άξιο θαυμασμού, αλλά γιατί κατάφερα να ικανοποιήσω την εγγενή απαίτηση της φύσης μου. Σε πολλές περιπτώσεις οι ιστορίες μου έχουν τη βάση τους σε πραγματικά γεγονότα· γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στους δρόμους, στο σπίτι του γείτονα, στο διαμέρισμα του κάτω ορόφου ή στο διπλανό δωμάτιο. Οι χαρακτήρες των ιστοριών μου είναι άνθρωποι με όλη τη σημασία της λέξης (πολλοί συνάδελφοι θα καταλάβουν απόλυτα τι εννοώ): έχουν τα θετικά και τις αδυναμίες του, τις στιγμές χαράς και της απόλυτης δυστυχίας. Δεν είναι ιδανικές προσωπικότητες, δεν είναι ολοκληρωμένες. Έχουν τα ψυχολογικά κενά τους, τις μικροπρέπειες τους, τα μικρά και μεγάλα κουσούρια τους. Αν ήταν, λοιπόν, να απαντήσω θα έλεγα ότι τα έργα μου αφορούν ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με τα τέρατα που κρύβουν μέσα τους. Κάποιοι τα εξολοθρεύουν, κάποιοι αποτυγχάνουν. Καθ’ όλη τη διάρκεια των προκλήσεων, ο αναγνώστης μπορεί να δει ένα κομμάτι του εαυτού του, του φίλου του, του συντρόφου ή του παιδιού του. Έχει τη δυνατότητα να κρίνει μια κατάσταση εάν είναι καλή ή όχι, ανάλογα με τα δικά του πρότυπα. Εκτιμώ τους συγγραφείς που το κάνουν, αλλά εγώ δεν είμαι από αυτούς που θα σηκώσω το δάχτυλο και θα πω στον αναγνώστη «ιδού η σωστή οδός». Θα εκθέσω την κατάσταση από οπτικές που ενδεχομένως δεν είχε αναπτύξει και από κει και πέρα τα πάντα βρίσκονται στην διακριτική ευχέρεια του.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Να γράφω, να γράφω, να γράφω. Όσο περισσότερο μπορώ, για όσο αντέχω. Τίποτα περισσότερο. Θα υπάρξει κάποιος να αφιερώσει τον χρόνο του στα έργα μου; Θα είναι χαρά μου, η μεγίστη των τιμών. Αλλά αποτελεί μια (ευχάριστη) παρενέργεια. Όταν με ρωτάνε ποιες είναι οι φιλοδοξίες μου απαντώ: «χρόνος». Ο χρόνος είναι το μοναδικό πράγμα από το οποίο γινόμαστε φτωχότεροι διαρκώς. Δεν το λέω με πεσιμισμό, το αντίθετο. Όταν αντιληφθεί κανείς βαθιά στην ψυχή του τούτη την αλήθεια τότε καταλαβαίνει ότι οφείλει να είναι όσο το δυνατόν δημιουργικότερος, να μην καίει το χρόνο του άσκοπα.

Βιογραφικό:

Ο Νίκος Αγαθαγγελίδης γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου 1995 στη Βέροια, όπου συνεχίζει να διαμένει μέχρι και σήμερα. Αποφοίτησε από το τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Η πτυχιακή του εργασία με τίτλο: «Φιλοσοφικά και φιλολογικά στοιχεία στο έργο ‘Το σπήλαιο των Ιδεών’ και η μεταφραστική συμβολή» ήταν η πρώτη του απόπειρα σύζευξης της λογοτεχνίας με τη φιλοσοφία.

Συμμετείχε ως φιλόλογος στο κοινωνικό φροντιστήριο της Μητρόπολης της Βέροιας, Ναούσης και Καμπανίας.

Το πρώτο του μυθιστόρημα «ΗΜΙΖΩΕΣ» αναμένεται να κυκλοφορήσει στις αρχές του επόμενου έτους.